Εικόνες θέματος από MichaelJay. Από το Blogger.

Video

News

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Archive

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here

Breaking

Fashion

News

Food

Sports

Technology

Technology

Featured

Videos

About us

Tags

Follow Us @soratemplates

Tags

Categories

Sponsor

AD BANNER

Recent News

Popular

Technology

Pages

Recent

Connect With us

Over 600,000+ Readers Get fresh content from FastBlog

Comments

Facebook

ABOUT AUTHOR

test banner

LATEST POSTS


ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΣ...

- Note: Για κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τις ανακοινώσεις παρακαλούμε όπως επικονωνείτε απευθείας με τον Πρόεδρο ΠΕΑΛΣ:

- ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΕΑΛΣ

- ΠΑΣΣΑΚΟΣ Π. Σπυρίδων (ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΛΣ).

- email: p.peals.elakt@gmail.com τηλ: 6946833943.


Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

ΠΕΑΛΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ

at 10:00


Άρθρο
Τρύφωνας  Χαρ. ΚΟΡΟΝΤΖΗΣ
Πλοίαρχος Λ.Σ.
Εκπρόσωπος του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. στη EUROPOL


Μία από τις σημαντικότερες αποστολές των Σωμάτων ασφαλείας όπως της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.)  και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.) καθώς και άλλων ελεγκτικών μηχανισμών όπως του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε), είναι η δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος. Μία από τις σημαντικότερες  μορφές  εγκληματικότητας σήμερα, που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Ποια είναι όμως η έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, ποια τα χαρακτηριστικά της και τι προβλέψεις υπάρχουν για την αντιμετωπισή του στην ελληνική, ευρωπαική και διεθνή νομοθεσία;


Σε ότι αφορά τον καθορισμό μίας παράνομης δράσης ως μορφή οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με το έγγραφο 6204/2/97 ENFOPOL 35 REV 2 του Συμβουλίου της Ε.Ε., και μετά από πολλές συζητήσεις συμφωνήθηκε από τις χώρες μέλη ότι για να εντάξουν μία εγκληματική πράξη στο οργανωμένο έγκλημα θα πρέπει να συντρέχουν έξι τουλάχιστον από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων να συνυπάρχουν οπωσδήποτε τα αναφερόμενα στα σημεία α, γ, ε & λ, ήτοι:
α.-Συνεργασία μεταξύ περισσοτέρων των δύο προσώπων.
β.-Καταμερισμός καθηκόντων.
γ.-Μεγάλη ή απροσδιόριστη χρονική διάρκεια.
δ.-Κάποια μορφή πειθαρχίας (οι δραστηριότητες της οργάνωσης να υλοποιούνται σύμφωνα με ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων).
ε.-Υπόνοιες διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων.
ζ.-Διεθνής δράση (οι δραστηριότητες της οργάνωσης να καλύπτουν περισσότερες από μία χώρες).
η.-Χρήση βίας ή άλλων μορφών εκφοβισμού (η χρήση βίας ή εκφοβισμού αποτελούν μέρος των συνηθισμένων μεθόδων δράσης της οργάνωσης).
θ.-Χρήση εμπορικών ή επιχειρησιακών δομών (για να ελέγχει τα κέρδη της).
ι.-Εμπλοκή σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος).
κ.-Άσκηση επιρροής στους τομείς της πολιτικής, των Μ.Μ.Ε, της Δημόσιας Διοίκησης, των δικαστικών Αρχών ή της οικονομίας.
λ.-Επιδίωξη κέρδους και/ή ισχύος ως βασικός στόχος. 

Σημαντικές επίσης διατάξεις ως προς τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης έννοιας περιέχουν οι διατάξεις του Ν. 3875/2010 (Α΄ 158), «Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήμα τος και των τριών Πρωτοκόλλων αυτής και συναφείς διατάξεις».

Συγκεκριμένα στο άρθρο 2 του εν λόγω νόμου ορίζεται ότι: «Οργανωμένη εγκληματική ομάδα», νοείται δομημένη ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων που υπάρχει για κάποια χρονική περίοδο και ενεργεί με κοινό σκοπό τέλεσης ενός ή περισσότερων σοβαρών εγκλημάτων ή εγκλημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, προκειμένου να ποριστεί αμέσως ή εμμέσως οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.

Σε ότι αφορά την ελληνική έννομη τάξη, σημαντική νομική εξέλιξη σε ότι αφορά την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος επέφεραν οι διατάξεις του Ν. 2928/2001 (Α΄ 141). Ειδικότερα με το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου τροποποιήθηκε το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) και εισήχθηκε η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης.

Ειδικότερα προβλέπεται ότι με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται  στα άρθρα 207 (παραχάραξη)/ 208 (κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων) 216 (πλαστογραφία) / 218 (πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων)  242 (ψευδής βεβαίωση, νόθευση,  /264 (εμπρησμός) / 265 (εμπρησμός σε δάση) /268 (πλημμύρα) / 270 (έκρηξη) / 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες)/ 277 (πρόκληση ναυαγίου)/ 279 (δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων) / 291 (διατάραξη της ασφάλειας σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών, / 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση) / 310 (βαριά σωματική βλάβη) / 322 (αρπαγή) / 323 (εμπόριο δούλων) /323A (εμπορία ανθρώπων) / 324 (αρπαγή ανηλίκων) / 327 (ακούσια απαγωγή) / 336 (βιασμός) /338 (κατάχρηση σε ασέλγεια)/339 (αποπλάνηση παιδιών) / 348Α (πορνογραφία ανηλίκων) / 351 (σωματεμπορία)/351Α (ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής) /374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής) / 375 (υπεξαίρεση) /380 (ληστεία) / 385 (εκβίαση) /386 (απάτη)/ 386Α (απάτη με υπολογιστή) /404 (τοκογλυφία).

Επίσης με την ίδια ποινή τιμωρούνται και τα περισσότερα κακουργήματα που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών και προστασίας από υλικά που εκπέμπουν επιβλαβείς για τον άνθρωπο ακτινοβολίες, όπως επίσης και η παραβίαση της παραγράφου 5 του Ν. 3386/2005 (Α΄ 212) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 & 4 του Ν. 3536/2007 (Α΄ 42) στην οποία αναφέρεται : «Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων ευρώ.Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν δύο ή περισσότεροι από κοινού ενεργώντας διέπραξαν το ανωτέρω αδίκημα εκ κερδοσκοπίας, στο πλαίσιο δράσης εγκληματικής οργάνωσης, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 187 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2928/2001 (ΦΕΚ 141 Α΄), τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ».

Από την μελέτη των διατάξεων του άρθρου 187 παρ. 1 του Π.Κ., συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα συγκρότησης ή ένταξης σε οργάνωση θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προυποθέσεις:
α.-Συγκρότηση ή ένταξη ως μέλος σε ομάδα,
β.- η ομάδα πρέπει να είναι δομημένη και να έχει διαρκή δράση (ποιοτικό και χρονικό κριτήριο αντίστοιχα),
γ.- η ομάδα να αποτελείται από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (ποσοτικό κριτήριο) και
δ.- να επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων που αναφέρθησαν ανωτέρω.

Με το άρθρο 187Απου προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2928/2001 (Α΄ 141) θεσπίστηκαν «Μέτρα επιείκιας». Συγκεκριμένα : «Αν κάποιος από τους υπαίτιους των πράξεων της συγκρότησης ή συμμετοχής σε οργάνωση ή της συμμορίας κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 187 καταστήσει δυνατή με αναγγελία στην αρχή την πρόληψη της διάκρισης ενός από τα σχεδιαζόμενα εγκλήματα ή με τον ίδιο τρόπο συμβάλει ουσιωδώς στην εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, απαλλάσσεται από την ποινή αυτή για τις πράξεις..........». Στο άρθρο 9 του Ν. 2829/2001 προβλέπεται η προστασία μαρτύρων  από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των δηλαδή των προσώπων που κατά το άρθρο 187 Α του Ποινικού Κώδικα βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους. 

Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστέθηκε το άρθρο 253 Α με το άρθρο 6 του Ν. 2928/2001 όπως το πρώτιο εδάφιο της παρ. 1 και η παρ. 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν. 3251/2004 (Α΄ 127), το οποίο αναφέρεται σε ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων. Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187 και για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187 Α η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια:

α) ανακριτικής διείσδυσης, με την τήρηση των εγγυήσεων και τις διαδικασίες των επόμενων παραγράφων και όπως κατά τα λοιπά η διείσδυση προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 25Β του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" όπως ισχύει, και στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Ν. 2713/1999 "Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις", εφόσον η ανακριτική διείσδυση περιορίζεται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων, την τέλεση των οποίων τα μέλη της οργάνωσης είχαν προαποφασίσει,

β) ελεγχόμενων μεταφορών, με την τήρηση των ίδιων εγγυήσεων και διαδικασίες, όπως κατά τα λοιπά οι μεταφορές αυτές προβλέπονται στο άρθρο 38 του Ν. 2145/1993 "Ρύθμιση θεμάτων εκτελέσεων ποινών επιταχύνσεως και εκσυγχρονισμού των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και άλλων θεμάτων", όπως ισχύει,

γ) άρσης του απορρήτου, με την τήρηση των ίδιων εγγυήσεων και διαδικασίες, όπως κατά τα λοιπά η άρση αυτή προβλέπεται στα άρθρα 4 και 5 του Ν. 2225/1994 "Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις" (η παράγαφος 4.α. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3115/2003),

δ) καταγραφής δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά μέσα με την τήρηση των ίδιων εγγυήσεων και διαδικασίες, όπως κατά τα λοιπά η καταγραφή προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 του παραπάνω Ν. 2713/1999 και

ε) συσχέτισης ή συνδυασμού δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με την τήρηση των ίδιων εγγυήσεων και διαδικασίες και υπό τους ουσιαστικούς όρους και προϋποθέσεις του Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα."

Οι ανακριτικές πράξεις της προηγούμενης παραγράφου διεξάγονται μόνο:

α) αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει τελεσθεί αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187 ή αξιόποινη πράξη του άρθρου 187Α του Ποινικού Κώδικα και

β) αν η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή η εξιχνίαση των τρομοκρατικών πράξεων του άρθρου 187Α είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής.
Επιπρόσθετα των ανωτέρω στο ίδιο άρθρο προβλέπονται και αυξημένες δικαστικές εγγυήσεις, ήτοι:

α.- Για τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ανακριτικών πράξεων, καθώς και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του εισαγγελέα. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την έρευνα μπορεί να διατάξει ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής είναι υποχρεωμένοι να εισαγάγουν το ζήτημα οτο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μέσα σε προθεσμία τριών ημερών. Διαφορετικά η ισχύς της σχετικής διάταξης παύει αυτοδικαίως με τη λήξη της τριήμερης προθεσμίας.

β.- Κάθε στοιχείο ή γνώση που αποκτήθηκε κατά τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ανακριτικών πράξεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τους λόγους που όρισε το δικαστικό συμβούλιο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται τα στοιχεία αυτά ή οι αποκτηθείσες γνώσεις να χρησιμοποιηθούν για τη βεβαίωση εγκλήματος, τη σύλληψη δραστών και την εξάρθρωση άλλης εγκληματικής οργάνωσης, εφόσον το δικαστικό συμβούλιο αποφανθεί ειδικώς περί αυτού.

γ.- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά τη διενέργεια των αντίστοιχων ερευνών που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους των οποίων οι οι ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του.

Εκτός από τα προαναφερόμενα για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος στην Χώρα μας  βοηθούν και τα εξής νομικά κείμενα:
α.-Ν. 3064/2002 (Α΄ 248), « Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας...........». 
β.--Π.Δ. 233/2003 (Α΄ 204), «Προστασία και αρωγή στα θύματα των εγκλημάτων των άρθρων 323, 323Α, 349,351, 351 Α του Ποινικού Κώδικα κατά το άρθρο 12 του Ν. 3064/2002 (Α΄248)». 
γ.-Ν. 3251/2004 (Α΄ 127), «Ευρωπαικό ένταλμα σύλληψης, τροποίηση του Ν. 2928/2001 για τις εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις»
δ.- Ν. 3424/2005 (Α΄ 305), «Tροποποίηση, συμπλήρωση και αντικατάσταση διατάξεων του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173Α΄) και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων απόεγκληματικές δραστηριότητες και άλλες διατάξεις».

Στο Π.Δ. 14/2001(Α΄ 1) και ειδικότερα στο άρθρο 25 ορίζεται ότι στα τμήματα Δίωξης Ναρκωτικών Ουσιών της διεύθυνσης ασφάλειας Αττικής, ορίζεται ως ιδιαίτερη αρμοδιότητα αυτών ο έλεγχος της διακίνησης των ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών και η ενέργεια προανακρίσεων. Στο άρθρο 11 του Ν. 2928/2001 (Α΄ 141) προβλέπεται ότι: «η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από  τις Υπηρεσίες Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τελεί, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 33, 34 και 35 του Κ.Π.Δ., υπό την εποπτεία και καθοδήγηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και Θεσαλονίκης αντίστοιχα, η οποία ασκείται από έναν εκ των υφιστάμενων του εισαγγελέων ή αντεισαγγελέων εφετών που ορίζεται από αυτόν».

Στο άρθρο 8 του Ν 3387/2005 (Α΄ 224), ορίζεται ότι «Στις Διευθύνσεις Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης ορίζεται, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ανά ένας εισαγγελικός λειτουργός, με πλήρη και αποκλειστική ενασχόληση για τρία έτη, οι οποίοι εποπτεύουν και καθοδηγούν το έργο της υπηρεσίας στη δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος. Ο ανωτέρω  εισαγγελικός λειτουργός ενημερώνεται για όλες τις πληροφορίες και καταγγελίες που περιέρχονται στην ως άνω υπηρεσία, ενώ δύναται να παραγγείλει ή να ενεργεί ο ίδιος προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για εκλήματα που προβλέπονται από τα άρθρα 187 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από το ν.2928/2001 (ΦΕΚ 141  Α΄)».  

Στο άρθρο 5&3 του Ν. 3649/2008 (39  Α΄), ορίζεται ότι «στην Ε.Υ.Π. αποσπάται ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ένας εισαγγελικός λειτουργός για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί την τριετία, ο οποίος ελέγχει τη νομιμότητα των ειδικών  επιχειρησιακών δράσεων της, που αφορούν θέματα Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ασκεί όσες άλλες αρμοδιότητες του ανατίθενται με διατάξεις του παρόντος νόμου».

Στο άρθρο 2&3 του Ν. 3943/2011 (Α΄ 66), με τίτλο «Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος» ορίζεται ότι «στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, ανήκει η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παράγραφος 1 περίπτωση α΄του Κ.Π.Δ.  και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων............». Στον ίδιο νόμο στην παράγραφο 10 προβλέπεται ότι με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορεί να αποσπώνται στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών και Εφετών υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών, για την υποβοήθηση του έργου των εισαγγελικών λειτουργών όταν διενεργείται προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για οικονομικά ή άλλα συναφή με αυτά εγκλήματα, για χρονικό διάστημα δύο ετών που μπορεί να παρατείνεται με όμοια απόφαση για ίσο χρονικό διάτημα μέχρι δύο φορές.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2713/1999 (Α΄  89),  «Η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από τη Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους εισαγγελείς εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.....».

Σύμφωνα με το άρθρο 49 &9 του Ν. 2935/2001 (Α΄  162), «η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του Υ.Ε.Ν., εποπτεύεται είτε από τον αρμόδιο Προιστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών είτε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου. Η εποπτεία αυτή ασκείται είτε από τους παραπάνω είτε δια των υφισταμένων τους εισαγγελέων ή αντεισαγγελέων και συνίσταται στο δικαίωμα να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες ή καταγελίες που περιέρχονται στο Γραφείο αυτό, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποθέσεων που χειρίζεται και να παρακολουθούν την πορεία τους, να δίδουν οδηγίες, να κατευθυνουν και να παρίστανται κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων».

Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι το νομικό πλαίσιο που διέπει την έννοια  του οργανωμένου εγκλήματος καθώς και τη διωξή του είναι σε εθνικό και διεθνές επίπεδο επαρκές. Παράλληλα σε εθνικό επίπεδο έχει αναπτυχθεί και ειδικό νομικό πλαίσιο που αφορά την εποπτεία των Σωμάτων ασφαλείας και των ειδικών ελεγκτικών μηχανισμών από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως προς την δίωξη του εν λόγω φαινομένου. Εποπτεία άμεση που κρίνεται απαραίτητη για την πληρέστερη δικονομική αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου και προσιδιάζει σε ρόλο «Δικαστικής Αστυνομίας».

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ