Εικόνες θέματος από MichaelJay. Από το Blogger.

Video

News

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Archive

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here

Breaking

Fashion

News

Food

Sports

Technology

Technology

Featured

Videos

About us

Tags

Follow Us @soratemplates

Tags

Categories

Sponsor

AD BANNER

Recent News

Popular

Technology

Pages

Recent

Connect With us

Over 600,000+ Readers Get fresh content from FastBlog

Comments

Facebook

ABOUT AUTHOR

test banner

LATEST POSTS


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΕΑΛΣ

- Note: Για κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τις ανακοινώσεις παρακαλούμε όπως επικονωνείτε απευθείας με τον Πρόεδρο ΠΕΑΛΣ:

- ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΕΑΛΣ

- ΠΑΣΣΑΚΟΣ Π. Σπυρίδων (ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΛΣ).

- email: p.peals.elakt@gmail.com τηλ: 6946833943.


Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΑΛΣ: Φορολόγηση των επιδομάτων αλλοδαπής

 
at 10:00

Άρθρο
Π. Δέγλερης
Μ. Σαϊτάκη
Δικηγόροι
Το φαινόμενο της φορολόγησης των επιδομάτων αλλοδαπής, όπως και των περισσότερων επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων, από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. είναι αδικαιολόγητα συχνό μιας και η κείμενη νομοθεσία είναι ξεκάθαρη σε αυτό το θέμα: Τα επιδόματα αλλοδαπής δεν φορολογούνται!
Η πλούσια νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων έρχεται να διορθώσει τις «ατασθαλίες» των αρμοδίων Δ.Ο.Υ., να εφαρμόσει την νομοθεσία και να υπερασπίσει τα δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων γενικά και των αξιωματικών του Λ.Σ. ειδικότερα.

Α. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Α.1. Η κείμενη φορολογική νομοθεσία στηρίζεται στον ακρογωνιαίο λίθο του Συντάγματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 όπου ορίζεται ότι όλοι οι Έλληνες, χωρίς διακρίσεις, οφείλουν να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη, ωστόσο όπως τονίζει το άρθρο, «ανάλογα με τις δυνάμεις τους».

Τα θεμέλια της νομοθεσίας για τη φορολόγηση (και) των επιδομάτων συμπληρώνεται με το άρθρο 78 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι φόροι επιβάλλονται και εισπράττονται μόνο μετά τη θέσπιση τυπικού νόμου: «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται  ο φόρος».

Α.2. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος έρχεται να συμπληρώσει τη νομοθεσία περί φορολόγησης εισοδήματος και επιδομάτων. Ειδικότερα στο άρθρο 45, αφού περιγράφει τι θεωρείται φορολογητέο εισόδημα, διευκρινίζει λεπτομερώς στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου τι δεν θεωρείται εισόδημα και άρα δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος. Συγκεκριμένα: «Δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο:… β) Οι δαπάνες που καταβάλλονται στα πρόσωπα που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α` και Β` βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου  (Ν.Π.Δ.Δ.), όπως ορίζονται με τις διατάξεις του Ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α`) και του Π.Δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α`), καθώς και τα έξοδα κίνησης που καταβάλλονται στους οικονομικούς επιθεωρητές του άρθρου 2 του Ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α`), όπως ορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α΄)».

Το δε άρθρο 47 του Κ.Φ.Ε., το οποίο συμπληρώθηκε από τον πρόσφατο Ν. 3867/2010, αναφερόμενο συγκεκριμένα στο τι θεωρείται καθαρό εισόδημα για τους στρατιωτικούς ορίζει: «Ειδικά για τους υπαλλήλους… των… δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών… και των στρατιωτικών, που υπηρετούν στην αλλοδαπή… ως καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αυτού του άρθρου λαμβάνεται ποσό ίσο με το καθαρό ποσό αποδοχών, τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό…» και με την προσθήκη του Ν. 3867/2010 συνεχίζει «…καθώς και το 50% των αποδοχών που λαμβάνουν λόγω της υπηρεσίας τους στο εξωτερικό, με εξαίρεση τις προσαυξήσεις κατοικίας και τέκνων που αντιστοιχούν στην αποζημίωση υπηρεσίας αλλοδαπής».

Α.3. Η σχετική με τα επιδόματα των δημοσιών υπαλλήλων νομοθεσία ολοκληρώνεται με τον Ν. 2685/1999 για την «Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας και άλλες διατάξεις» στις διατάξεις του οποίου υπάγονται όλοι οι μετακινούμενοι (τοποθετούμενοι, μετατιθέμενοι και αποσπώμενοι), εκτός έδρας (στο εσωτερικό ή εξωτερικό) και με οποιαδήποτε ιδιότητα, δημόσιοι υπάλληλοι «για εκτέλεση υπηρεσίας, με ειδική αποστολή, για συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια, εκπαίδευση, μετεκπαίδευση…».

Ως «αναγνωριζόμενες σε βάρος του Δημοσίου δαπάνες μετακίνησης» ο νόμος αναφέρει το αντίτιμο των εισιτηρίων των συγκοινωνιακών μέσων, τη δαπάνη χρήσης ιδιόκτητου ή μισθωμένου μεταφορικού μέσου, τα έξοδα διανυκτέρευσης, τα έξοδα μετάθεσης, τοποθέτησης, απόσπασης καθώς και η ημερήσια αποζημίωση.

Το ειδικότερο δε όλων είναι το άρθρο 17 του νόμου, το οποίο αναφερόμενο στα επιδόματα υπηρεσίας αλλοδαπής ορίζει ότι για τους δημόσιους υπαλλήλους που μετακινούνται για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή ή για εκπαίδευση στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα άνω των 30 ημερών «καταβάλλεται.. επίδομα αλλοδαπής, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας όπου υπηρετούν, που καθορίζεται με κοινή απόφαση … των Υπουργών Εθνικής Αμυνας, εξωτερικών και Οικονομικών για τους στρατιωτικούς… Το ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής καταβάλλεται με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών», και συνεχίζοντας για τους στρατιωτικούς ορίζει ότι «Τα έξοδα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού καταβάλλονται και στο πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό που έχει τοποθετηθεί στο εξωτερικό ή έχει μεταβεί για εκπαίδευση ή εκτέλεση υπηρεσίας, για χρονικό  διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών και μετακινείται με ειδική αποστολή  ή για εκτέλεση υπηρεσίας ή για εκπαίδευση από τη μόνιμη έδρα στην ίδια ή άλλη χώρα του εξωτερικού. Οι αποστελλόμενοι για εκπαίδευση για διάστημα κάτω του έτους δικαιούνται έξοδα μετακίνησης και διανυκτέρευσης, εφόσον δεν καλύπτονται αυτά από το Φορέα εκπαίδευσης, όταν μετακινούνται για λόγους εκπαίδευσης στην ίδια ή άλλη χώρα του εξωτερικού».

Β. Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ - AD HOC ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 

Β.1. Η πρώτη κρίσιμη απόφαση του ΣτΕ για τη φορολόγηση των επιδομάτων. 
Η απόφαση που αποτέλεσε τη βάση για όλες τις επόμενες σχετικές αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων ήταν η με αριθμό  125/1995 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην οποία το ανώτατο δικαστήριο διευκρίνησε τι δεν θεωρείται εισόδημα και επομένως δεν είναι δεκτικό φορολόγησης: «Επειδή, το άρθρο 40 του ν.δ. 3323/1955, ορίζει, στην παράγραφο 1 ότι "εισόδημα εκ μισθωτών υπηρεσιών είναι το καθ` έκαστον οικονομικόν έτος προκύπτον τοιούτον εκ μισθών, ημερομισθίων,   επιχορηγήσεων, επιδομάτων, συντάξεων, και εν γένει εκ πάσης παροχής περιοδικώς καταβαλλομένης δια παρούσαν ή παρωχημένην υπηρεσίαν ή δι` οιονδήποτε άλλην αιτίαν, το κώμενον υπό μισθωτών εν γένει και συνταξιούχων" και στην παράγραφο 3 ότι "δεν  θεωρείται  εισόδημα  εκ μισθωτών  υπηρεσιών και δεν υπόκειται εις φόρον η αποζημίωσις η παρεχομένη κατ` αποκοπήν έναντι δαπανών αναληφθείσης υπηρεσίας".  Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε φόρο υπόκειται κάθε εν γένει παροχή σε  χρήμα  ή σε είδος, τακτική ή έκτακτη, εφόσον δίδεται σε αντάλλαγμα της εργασίας, όχι δε και η διδομένη  για την κάλυψη  δαπανών,  στις οποίες  υποβλήθηκε ο  μισθωτός  προς  το συμφέρον του εργοδότη, για την εκτέλεση  της  ανατεθείσης  σ`  αυτόν εργασίας  ή  για  την  καλύτερη διεξαγωγή  αυτής  έστω  και  αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός».

Β.2. Αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένα αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος. Τα διοικητικά δικαστήρια σε παρόμοια υπό κρίση θέματα ακολουθούν έκτοτε την σωστά χαραγμένη πορεία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, όταν το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά κλήθηκε να αποφασίσει επί υπόθεσης αξιωματικού του Λ.Σ. του οποίου το επίδομα αλλοδαπής, που του είχε παρασχεθεί όσο υπηρετούσε σε λιμεναρχείο του εξωτερικού, φορολογήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ως εισόδημα με συντελεστή 15%, έκρινε επί λέξει ότι «…Επειδή κατά την έννοια των… διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως εισόδημα, που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησης του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του αρ. 78 του Συντ. λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία του εισοδήματος για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων με βάση ενδείξεις (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή, που καταβάλλεται στο μισθωτό με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κ.λ.π.) που κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος έστω και αν από την παροχή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (βλ. ΣΤΕ 125/1995, 746/1993, 3396/1991, 374/1983, 4289/1980 Ολομ. κ.ά.)… Τέλος, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών που αναφέρονται στα εδάφια α΄-ε΄ της παρ. 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και τις οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρούμενων ως εισόδημα παροχών, δεν αποκλείει την δυνατότητα του νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή, που καταβάλλεται στους μισθωτούς, δεν αποτελεί, κατά το νόμο, ή, από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί (πρβλ. ΣΤΕ 3150/1999). 

Ειδικότερα το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του αρθρ. 17 του ν. 2685/1999 επίδομα αλλοδαπής το οποίο αντικρύζει πραγματικές δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται οι δημόσιοι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων και οι στρατιωτικοί των ενόπλων δυνάμεων (προς τους οποίους εξομοιώνεται, ως προς τις αποδοχές και τα επιδόματα, και το προσωπικό του λιμενικού σώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. μόνου του ν. 5454/1932, με το οποίο ερμηνεύτηκε  αυθεντικά το αρθρ. 21 παρ. 2 του  π.δ. της 27-5/1.6.1927 πρβλ. ΣτΕ 1770/2004), που αποστέλλονται στην αλλοδαπή για την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, φέρει το χαρακτήρα αποζημίωσης που προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου για την κάλυψη των δαπανών αυτών και συνεπώς δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια των αρθ. 78 παρ. 1 του Συντ. και αρθ. 4, παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. 

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του αρθ. 47 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, και για τους στρατιωτικούς (και το προσωπικό του λιμενικού σώματος), που υπηρετούν στην αλλοδαπή, ως φορολογητέο εισόδημα λαμβάνεται το ποσό (αποδοχές), που θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό. Καθιερώνεται δηλαδή, το αφορολόγητο των επιπλέον αποδοχών, που παίρνουν στην αλλοδαπή οι στρατιωτικοί, για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες, που δημιουργούνται λόγω του κόστους ζωής του τόπου, όπου υπηρετούν. 

Επομένως, συντρέχει όμοια, κατά βάση, περίπτωση και ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος με τον προβλεπόμενο στο αρθ. 45 παρ. 4 εδ. Β΄ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπου ο νομοθέτης χαρακτήρισε ως αποζημίωση και όρισε ρητά ότι δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος οι δαπάνες που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που μετακινούνται εκτός έδρας στο εσωτερικό ή το εξωτερικό για εκτέλεση υπηρεσίας (πρβλ. Διοικ. Εφετ. Αθήνας 997/2001». 

Το ίδιο ακριβώς σκεπτικό έχει επαναλάβει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά σε παρόμοιες υποθέσεις, δικαιώνοντας έτσι τους αξιωματικούς του Λ.Σ. και αναγκάζοντας τις εκάστοτε αρμόδιες Δ.Ο.Υ. στην επιστροφή του μη νόμιμα παρακρατηθέντος ποσού.


ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ