Εικόνες θέματος από MichaelJay. Από το Blogger.

Video

News

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Archive

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here

Breaking

Fashion

News

Food

Sports

Technology

Technology

Featured

Videos

About us

Tags

Follow Us @soratemplates

Tags

Categories

Sponsor

AD BANNER

Recent News

Popular

Technology

Pages

Recent

Connect With us

Over 600,000+ Readers Get fresh content from FastBlog

Comments

Facebook

ABOUT AUTHOR

test banner

LATEST POSTS


ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΣ...

- Note: Για κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τις ανακοινώσεις παρακαλούμε όπως επικονωνείτε απευθείας με τον Πρόεδρο ΠΕΑΛΣ:

- ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΕΑΛΣ

- ΠΑΣΣΑΚΟΣ Π. Σπυρίδων (ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΛΣ).

- email: p.peals.elakt@gmail.com τηλ: 6946833943.


Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΕΑΛΣ: ΑΡΘΡΟ Στρατιωτική Δικαιοσύνη

at 06:30

ΑΡΘΡΟ
Αντισυνταγματάρχης (ΣΔΓ) Ανέστης Τσουκαράκης, 
Πρόεδρος του Συνδέσμου Υποστήριξης και Συνεργασίας Μελών Ενόπλων Δυνάμεων (ΣΥΣΜΕΔ), 
υπηρετούντος στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο

Γενικά περί Στρατιωτικής Δικαιοσύνης

Η στρατιωτική δικαιοσύνη, στη μορφή που σήμερα γνωρίζουμε, θεωρείται κατάκτηση της ιδεολογικής έξαρσης που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση, αφού έως τότε η απονομή της δικαιοσύνης στο στράτευμα ήταν αποκλειστικά υπόθεση του ανωτέρου διοικητή προς τους υπ’ αυτόν διοικουμένους. Το γαλλικό μοντέλο στρατιωτικής δικαιοσύνης, ακολουθήθηκε έκτοτε από τα περισσότερα κράτη - μέλη της διεθνούς κοινότητας, με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις, και η χώρα μας δεν αποτέλεσε εξαίρεση από την πρακτική αυτή, θεσπίζοντας ήδη από το 1822, διαρκούσης της Ελληνικής Επαναστάσεως, την αυτούσια εισαγωγή των σχετικών γαλλικών στρατιωτικών ποινικών κανόνων, με σχετικό Ψήφισμα της Α΄ Εθνοσυνέ-λευσης της Επιδαύρου (9.1.1822).

Στη χώρα μας, παράλληλα με τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης τακτικών στρατευμάτων κατά το πρότυπο των στρατών των ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως με μοντέλο τον τρόπο οργάνωσης των γαλλικών στρατευμάτων, θεσπίστηκε ήδη από το έτος 1822, η συνολική εισαγωγή της στρατιωτικής γαλλικής νομοθεσίας από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από τον Τουρκικό ζυγό και την αποκατάσταση, συγκρότηση και λειτουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, οπότε και άρχισαν συστηματικά να οργανώνονται τα τακτικά στρατεύματα της Ελλάδας, ο τότε Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επειδή και πάλι δεν ήταν εύκολη η άμεση σύνταξη Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, αρχικά δημοσίευσε στις 7-2-1828 τον «Οργανισμό των Χιλιαρχιών», θέτοντας τη βάση μιας – ατελούς έστω – στρατιωτικής ποινικής νομοθεσίας, προβλέποντας και τη σύσταση στρατιωτικού δικαστηρίου και στη συνέχεια, εξέδωσε το υπ’ αριθμ. ΙΗ΄ Ψήφισμα της 21-12-1828, (το οποίο αποτελούσε έναν γενικό οργανικό νόμο σχετικά με τη διάρθρωση, οργάνωση και λειτουργία του στρατεύματος, καθώς και με την κατάσταση των στελεχών του) με το οποίο έθετε σε εφαρμογή – παγιώνοντας την μέχρι τότε ακολουθούμενη πρακτική – τους στρατιωτικούς και ναυτικούς ποινικούς νόμους, που ίσχυαν ήδη στη Γαλλία.

Τελικά το 1860, τέθηκε σε ισχύ, αφού ψηφίστηκε από τη Βουλή και τη Γερουσία (και κυρώθηκε απ’ τον Όθωνα στις 19-5-1860), ο πρώτος ολοκληρωμένος στρατιωτικός ποινικός κώδικας της χώρας μας, ο οποίος αποτελούσε απομίμηση – και σε πολλά σημεία ακριβή μετάφραση – του Γαλλικού Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα του 1857, ως νόμος ΦπΒ΄ “Περί Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας”, (δημοσιευμένος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 24-10-1860, αρ. φύλλ. 15) και ένα χρόνο αργότερα, δηλαδή το 1861, δημοσιεύθηκε ο νόμος ΧΝΘ΄ “Περί Ναυτικής Ποινικής Νομοθεσίας”, ο οποίος παρέπεμπε γενικά σχεδόν στον πρώτο, αλλά διατήρησε σε ισχύ, ως προς τα κυρίως ναυτικά εγκλήματα τους προγενέστερους «περί αδικημάτων και ποινών Γαλλικούς ναυτικούς ποινικούς νόμους» που είχε εισαγάγει ο Ι. Καποδίστριας. 

Τα δύο αυτά νομοθετήματα ήταν προορισμένα για στρατούς εθελοντικούς της εποχής τους και για το λόγο αυτό έπαψαν με την πάροδο του χρόνου να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του εθνικού  στρατού,  τόσο από την άποψη της καταστολής των εγκληματικών ενεργειών, οι οποίες έθιγαν την ασφάλεια και την πειθαρχία του, όσο και από την άποψη των εγγυήσεων οι οποίες παρέχονταν στους στρατευμένους, στα πλαίσια εφαρμογής της κατασταλτικής λειτουργίας τους. Αποτέλεσμα της παραπάνω καταστάσεως ήταν να ανατεθεί το 1936 από το Υπουργείο των Ναυτικών σε τετραμελή Επιτροπή η οποία εργάσθηκε επί τριετία, η κατάρτιση ενός Προσχεδίου Ναυτικού Ποινικού Κώδικος και ενός άλλου, Ναυτικής Ποινικής Δικονομίας, τα οποία έτυχαν επεξεργασίας ακολούθως, από δύο ειδικές Επιτροπές της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Τελικά όμως, κρίθηκε σκόπιμο να ληφθεί πρόνοια εναρμονισμού των δύο ποινικών νομοθεσιών Στρατού και Ναυτικού, με την κατάρτιση κοινού Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας (ξηράς, θαλάσσης και αέρος) με βάση τα καταρτισθέντα Προσχέδια. 

  Έτσι, το 1939 πλέον, συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης άλλη, πενταμελής αυτή τη φορά, Επιτ-ροπή, με αποστολή να συντάξει σχέδιο Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο υποβλήθηκε τελικά τον Ιανουάριο του 1941, από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Α Ταμπακόπουλο, για έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο, αποτελώντας εν συνεχεία το περιεχόμενο του ΑΝ 2803/1941, ο οποίος υπό τον τίτλο “Στρατιωτικός Ποινικός Κώδιξ” δημοσιεύθηκε στις 21-2-1941 (ΦΕΚ Α΄ 49/21-2-1941). Ο κώδικας αυτός επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ, σύμφωνα με το ακροτελεύτιον άρθρο του, από την 1η Ιουλίου 1941, όμως λόγω της κατάληψης της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα (27-4-41) αναστάλθηκε επ’ αόριστον η ισχύς του με το ΝΔ 223 της 24/26-6-1941. Τελικά ο Κώδικας αυτός τέθηκε ουσιαστικά σε ισχύ στην Ελληνική επικράτεια  από  1-1-1954  και  τροποποιούμενος  έκτοτε  συνεχώς  (με  το  Ν 2766/1954, το
Ν 3459/1955, το Ν 4607/1966, το ΝΔ 1326/1972, το ΝΔ 305/1974, το Ν 200/1975 κ.α.), ίσχυσε μέχρι και την 1-8-1995, παρά τα σημαντικά προβλήματα που αμέσως έγινε αντιληπτό ότι παρουσίαζαν πολλές από τις ρυθμίσεις του.  

Η ψήφιση του Συντάγματος του 1974, θεωρείται αναμφίβολα ότι οδήγησε τις εξελίξεις προς την κατεύ-θυνση μεταρρύθμισης της ελληνικής στρατιωτικής δικαιοσύνης, αφού σχετικές με αυτήν διατάξεις περιλήφθηκαν στο Ε΄ Τμήμα του Συντάγματος, το σχετικό με τη Δικαστική Εξουσία. Συγκεκριμένα, στο Δεύτερο Κεφάλαιο του Ε΄ Τμήματος με τίτλο «Οργάνωση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων» (και ειδικότερα στο άρθρο 96 Σ, το οποίο περιέχει ρυθμίσεις για τα ποινικά δικαστήρια της χώρας), προβλέφθηκε ότι τα σχετικά με τη λειτουργία των στρατοδικείων, ναυτοδικείων και αεροδικείων, στα οποία δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες, ρυθμίζονται με ειδικούς γι’ αυτά νόμους (άρθρο 96 παρ.4 α΄ Σ). Κατά τον ίδιο τρόπο (με πρόβλεψη ειδικού νόμου) ρυθμίστηκαν τα σχετικά με το δικαστήριο λειών (άρθρο 96 παρ.4β΄ Σ), καθώς και τα σχετικά με τα δικαστήρια ανηλίκων (άρθρο 96 παρ.3 Σ). Στο άρθρο 96 παρ.5 Σ, εν συνεχεία, προβλέφθηκαν για τους λειτουργούς των στρατιωτικών δικαστηρίων οι ίδιες θεμελιώδεις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, με αυτές που περιβάλλουν και τους λειτουργούς των κοινών ποινικών, διοικητικών, και πολιτικών δικαστηρίων.

Σαφώς ανέκυπτε πλέον από το ίδιο το Σύνταγμα η ανάγκη για μια ευρεία μεταρρύθμιση της στρατιωτικής δικαιοσύνης στη χώρα μας, τόσο ως προς το περιεχόμενο του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (στο εξής ΣΠΚ), όσο και ως προς τον καθορισμό ενός ξεκάθαρου νομικού status των λειτουργών της. Επιβαλλόταν αρχικά, ενόψει της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 96 παρ. 4α΄ Σ, η απάλειψη όλων των διατάξεων του ΣΠΚ οι οποίες προέβλεπαν την υπαγωγή ιδιωτών -μη στρατιωτικών- στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων. Ακόμη, οι σχετικές με την πρόβλεψη της αναχρονιστικής ποινής των κατα-ναγκαστικών έργων (άρθρο 5 στ΄ προγενέστερου ΣΠΚ) ή με την απαγόρευση μετατροπής σε χρηματική της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής η οποία επιβαλλόταν για στρατιωτικά εγκλήματα (άρθρο 12 προγενέστερου ΣΠΚ) διατάξεις, ήταν από αυτές που θα έπρεπε επίσης να απαλειφθούν στα πλαίσια της ζητούμενης μεταρρύθμισης, όπως επίσης και πολλές από τις διατάξεις του δικονομικού μέρους του προϊσχύσαντος ΣΠΚ, οι οποίες έρχονταν σε αντίθεση με τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΠΔ. Γενικά η αντικατάσταση του προγενέστερου ΣΠΚ, ο οποίος αποτελούσε κατά κοινή ομολογία ένα νομοθέτημα αναχρονιστικό, από έναν καινούργιο, σύγχρονο κώδικα, υπήρξε προϊόν κοινωνικοπολιτικής αναγκαιότητας και προσαρμογής και παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση ξεκίνησαν ήδη από το 1976, χρειάστηκε να παρέλθουν σχεδόν είκοσι χρόνια ώστε να ευοδωθούν και να υλοποιηθεί τελικά η ζητούμενη μεταρρύθμιση της ελληνικής στρατιωτικής ποινικής νομοθεσίας.             

Οι σχετικές προσπάθειες ξεκίνησαν το 1976, όταν με την υπ’ αριθμ. Φ. 670/182337/4-9-76 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εθνικής Αμύνης και Δικαιοσύνης, συγκροτήθηκε Επιτροπή με πρόεδρο τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστο Μουστάκη, με στόχο τη σύνταξη σχεδίου νόμου «περί προσαρμογής του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, της Στρατιωτικής ποινικής δικονομίας, ως και των συναφών ουσιαστικών και δικονομικού περιεχομένου διατάξεων προς τας διατάξεις του Συντάγματος...». Η Επιτροπή αυτή υπέβαλε στις 11 Μαΐου 1977 το σχετικό σχέδιο νόμου, το οποίο όμως δεν προωθήθηκε τελικά στη Βουλή προς ψήφιση. Η κατάσταση παρέμεινε ως είχε μέχρι το 1985, όταν με την υπ’ αριθμ. 23393/6-3-85 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Δικαιοσύνης συγκροτήθηκε νέα επταμελής Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, με αποστολή να καταρτίσει σχέδιο νόμου για την τροποποίηση, αναδιάρθρωση και μεταγλώττιση στη δημοτική του ΣΠΚ, η οποία στις 6 Απριλίου 1988 υπέβαλε το σχέδιό της, το οποίο όμως επίσης δεν προωθήθηκε περαιτέρω για ψήφισή του από τη Βουλή. Έτσι, φτάνουμε στο 1991 οπότε με την υπ’ αριθμ. 71369/25-7-91 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Άμυνας, συγκροτήθηκε άλλη επταμελής Επιτροπή Αναθεώρησης του παραπάνω σχεδίου, η οποία προέβη σε «εναρμόνιση των εννοιών και των διατάξεων του ΣΠΚ προς τις έννοιες του Ποινικού Κώδικα και ιδίως, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι διατάξεις του οποίου θα εφαρμόζονται πλέον ευρύτατα και ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων». 

Το αναθεωρημένο αυτό σχέδιο παραδόθηκε στις 30 Ιουνίου 1993 στους αρμόδιους Υπουργούς, χωρίς να προωθηθεί αμέσως προς ψήφιση, και τελικά τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το 1994, η Επιτροπή ανασυγκροτήθηκε με την Φ.600/ΑΔ611/Σ.69/1-3-94 κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Γ. Κουβελάκη) και του Υφυπουργού Άμυνας (Μ. Μπεντενιώτη), προβαίνοντας στην τελική αναθεώρηση του σχεδίου του ΣΠΚ. Η Επιτροπή, συγκροτημένη από τα προαναφερόμενα μέλη και Πρόεδρο τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο Κονδύλη, επανεξέτασε το προηγούμενο σχέδιό της, κάνοντας σ’ αυτό συγκεκριμένες νομοτεχνικές και ουσιαστικές βελτιώσεις και έτσι, με τη νέα του μορφή -και στη δημοτική γλώσσα- το σχέδιο υποβλήθηκε τελικά στη Βουλή, όπου ψηφίστηκε ως νόμος 2287/1995 με τον τίτλο «Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας» και την 1-2-95, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α΄ 20/1-2-95), με χρόνο έναρξης εφαρμογής την 2-8-95. Αυτός είναι και ο ισχύων Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας της χώρας μας.  

 Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας (ΣΠΚ), ταξινομεί το περιεχόμενό του σε τρία Βιβλία. Στο Πρώτο Βιβλίο, περιλαμβάνονται οι Ουσιαστικές του διατάξεις (άρθρα 1 έως και 166 ΣΠΚ), στο Δεύτερο Βιβλίο περιλαμβάνονται οι Δικονομικές του διατάξεις (άρθρα 167 έως και 228 ΣΠΚ) και στο Τρίτο Βιβλίο περιλαμβάνονται οι Μεταβατικές διατάξεις (άρθρα 229 έως 232 ΣΠΚ). Οι βασικές αρχές που διέπουν τον Κώδικα, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: 

α. Η δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων παρέμεινε καθαρώς ποινική και εισήχθη σε αυτά πλήρως ο θεσμός της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τα ισχύοντα στον ΚΠΔ.

 β. Στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων είτε σε ειρηνική είτε σε πολεμική περίοδο, υπάγονται μόνο οι στρατιωτικοί, εφόσον είχαν την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Οι διατάξεις περί συμμετοχής που περιελάμβανε ο προγενέστερος ΣΠΚ επαναλαμβάνονται και στον ισχύοντα ΣΠΚ. Έτσι, εφόσον στρατιωτικοί και ιδιώτες είναι συμμέτοχοι σε μη στρατιωτικό έγκλημα, δικάζονται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια. Τα στρατιωτικά δικαστήρια δεν έχουν σε καμία περίπτωση δικαιοδοσία για την εκδίκαση υποθέσεων κατά  ιδιωτών, σύμφωνα με τις σχετικές συνταγματικές προβλέψεις. 

γ. Το εύρος της δικαιοδοσίας των στρατιωτικών δικαστηρίων παρέμεινε στα πλαίσια του προγενέστερου ΣΠΚ, καλύπτοντας εγκλήματα από ολόκληρο το φάσμα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Αυτό θεωρήθηκε ότι θα συμβάλλει αναμφίβολα στην ποιοτική αναβάθμιση του έργου των μελών του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων και στην εξύψωση, συνακόλουθα, του κύρους των λειτουργών της στρατιωτικής δικαιοσύνης γενικότερα, καθώς και στην καθιέρωσή τους –στην κοινή συνείδηση– ως μελών ενός καθαρώς δικαστικού σώματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης, ικανού να διασφαλίσει την προστασία των συμφερόντων της κοινωνίας και του στρατού, υπό καθεστώς απόλυτου σε-βασμού των ατομικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των δικαζο¬μένων. Για το σκοπό αυτό αναγράφηκε μάλιστα κατά τρόπο πανηγυρικό, στο πρώτο άρθρο των Δικονομικών Διατάξεων του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (άρθρο 167 παρ. 2 ΣΠΚ) ότι οι στρατιωτικοί δικαστές -και αναθεωρητές- περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που προβλέπει το Σύνταγμα για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς. Η ενδεχόμενη έλλειψη των παραπάνω εγγυήσεων, συνεπώς, θεωρήθηκε πως θα επιδρά άμεσα στη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου στο οποίο αυτοί θα μετέχουν.

δ. Η διαδικασία ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων προσαρμόστηκε πλήρως προς τη δια-δικασία των κοινών ποινικών δικαστηρίων, η άσκηση δε της ποινικής δίωξης περιήλθε στο στρατιωτικό εισαγγελέα, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ. 

ε. Ως προς τις ποινές, καταργήθηκε η πρόβλεψη της θανατικής ποινής σε ειρηνική περίοδο, καθιερώθηκε η δυνατότητα μετατροπής, και για τα στρατιωτικά εγκλήματα, των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού ΠΚ και επίσης, επήλθε γενικότερα μία σαφής μείωση των προβλεπόμενων ποινών, ώστε αυτές έπαψαν πλέον να είναι εξοντωτικές, όπως ήταν στον προγενέστερο ΣΠΚ.       
Ναυτοδικείο Πειραιώς

  Το Ναυτοδικείο Πειραιώς, το παλαιότερο των Ναυτοδικείων, ιδρύθηκε (ως διαρκές) με το νόμο ΧΝΘ της 5-8-1861(ΦΕΚ 46/26-8-1861) «περί ναυτικής ποινικής νομοθεσίας» με έδρα την ευρισκόμενη επί της διασταυρώσεως των οδών Αλκιβιάδου και Φι-λελλήνων, οικία της χήρας του Νικολάου Μιαούλη (γιού του Υδραίου αγωνιστή του 1821 Ναυάρχου  Ανδρέα Μιαούλη)   
 Στο χώρο αυτό παρέμεινε μέχρι το 1925 οπότε μετα-φέρθηκε στη σημερινή έδρα του στο, επί της ακτής Τρύφωνος Μουτσοπούλου 66Α, κτίριο  όπου μέχρι σήμερα λειτουργεί.

Το κτίριο που βρίσκεται σήμερα αποτελεί τμήμα του ευρύτερου χώρου στον οποίο ιδρύθηκε το 1902 από τη βασίλισσα Όλγα το Ρωσικό νοσοκομείο Πειραιά και το οποίο, αφού στις 25-3-1924 περιήλθε στην αρμοδιότητα του Υπουργείο Ναυτικών, από την 9-11-1925 μετατράπηκε σε νοσοκομείο του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού (Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιά) που λειτουργεί μέχρι σήμερα.
  Το κτίριο αυτό από το 1987 έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο γιατί παρουσιάζει ιδιαίτερο μορφολογικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και συμβάλλει στη διατήρηση του πολεοδομικού ιστού του παραδοσιακού τμήματος του Πειραιά


           Στο Ναυτοδικείο Πειραιώς (όπως και σε κάθε στρατιωτικό δικαστήριο) λειτουργούν τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές, το Δικαστήριο, η Εισαγγελία και το Ανακριτικό τμήμα
           Το Ναυτοδικείο Πειραιώς είναι ειδικό ποινικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου δωσιδικούν, όσοι, κατά το χρόνο τελέσεως των αδικημάτων, ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό και το Λιμενικό Σώμα. 
    Η δωσιδικία αυτή υφίσταται από την αρχική ίδρυση του συγκεκριμένου δικαστηρίου.
    Η κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου (αλλά και της εισαγγελίας) περιλαμβάνει περιοχές που ανήκουν στις 8 από τις 13 Περιφέρειες της Χώρας και συγκεκριμένα της Αττικής, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Θεσσαλίας, Πελοποννήσου, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου και Ιονίων νήσων.
   Το Ναυτοδικείο Πειραιώς, όπως και τα υπόλοιπα στρατιωτικά δικαστήρια, συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος και δικάζει με Τριμελή και Πενταμελή σύνθεση.
    Τα μέλη της μειοψηφίας αποτελούνται από Αξιωματικούς του ΠΝ ή του ΛΣ-ΕΛΑΚΤ, κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με το βαθμό που φέρει ο κατηγορούμενος  και επιλέγονται κατόπιν δημόσιας κληρώσεως που πραγματοποιείται σε δικάσιμο του δικαστηρίου  εντός του πρώτου 10ημέρου του  μήνα για τις δικασίμους του επόμενου μήνα.
Η Εισαγγελία του Ναυτοδικείου Πειραιώς έχει αρμοδιότητα για την άσκηση της ποινικής δίωξης, την εποπτεία της τακτικής ανάκρισης, τη διεύθυνση της προανάκρισης και τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης, την υποβολή προτάσεων στο δικαστικό συμβούλιο, τον προσδιορισμό των υποθέσεων στις δικασίμους, την άσκηση ενδίκων μέσων, την εκτέλεση αποφάσεων και βουλευμάτων, την εποπτεία και έλεγχο των στρατιωτικών αρχών σχετικά με την πρόληψη και δίωξη των εγκλημάτων στο χώρο δικαιοδοσίας της. 
Στο Ναυτοδικείο Πειραιώς λειτουργούν 2 ανακριτικά τμήματα.
  Κύριο έργο των ανακριτών είναι η διενέργεια της κύριας ανάκρισης μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΣΠΚ, ΠΚ και ΚΠΔ. 
  Οι ανακριτές έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, εφόσον δεν συντρέχει, κατά το ΣΠΚ και ΚΠΔ, κώλυμα στο πρόσωπο τους.
Τα στοιχεία αντλήθηκαν από την Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Στρατιωτικής Δικαιοσύνης και το ΣΠΚ.

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Write σχόλια