Εικόνες θέματος από MichaelJay. Από το Blogger.

Video

News

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Archive

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here

Breaking

Fashion

News

Food

Sports

Technology

Technology

Featured

Videos

About us

Tags

Follow Us @soratemplates

Tags

Categories

Sponsor

AD BANNER

Recent News

Popular

Technology

Pages

Recent

Connect With us

Over 600,000+ Readers Get fresh content from FastBlog

Comments

Facebook

ABOUT AUTHOR

test banner

LATEST POSTS


ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΣ...

- Note: Για κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τις ανακοινώσεις παρακαλούμε όπως επικονωνείτε απευθείας με τον Πρόεδρο ΠΕΑΛΣ:

- ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΕΑΛΣ

- ΠΑΣΣΑΚΟΣ Π. Σπυρίδων (ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΛΣ).

- email: p.peals.elakt@gmail.com τηλ: 6946833943.


Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

ΤΟΜΕΑΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΕΑΛΣ: ΑΡΘΡΟ Ο γλωσσικός σεξισμός στη δημόσια διοίκηση

 
at 09:17

Αλήθεια έχετε ποτέ προσέξει πως διατυπώνουμε τα έγγραφα γραμματολογικά και συντακτικά όταν αναφερόμαστε σε ομάδες πολιτών, ανδρών και γυναικών με αποδέκτες στελέχη και υπηρεσίες με συναφείς λειτουργίες ή με τυποποιημένα έγγραφα; 


Όταν γεννηθεί ένα παιδί, η πρώτη ερώτηση που κάνουμε είναι αν "είναι αγόρι ή κορίτσι". Από την στιγμή που γεννιόμαστε λοιπόν, η αντίληψη του σεξισμού κυριαρχεί στην ζωή μας με το φύλο να καταλαμβάνει εξαρχής κεντρική θέση στη διαμόρφωση της ατομικής και κοινωνικής μας ταυτότητας. 

Ήδη από το 1975, έχει επισημανθεί πως ο σεξισμός είναι η άποψη ότι τα ανθρώπινα φύλα έχουν κατασκευή, η οποία καθορίζει τις ζωές τους, και σύμφωνα με την κατασκευή αυτή το ένα φύλο είναι ανώτερο από το άλλο και έχει το δικαίωμα να του επιβάλλεται. 

Σε συνάρτηση δε με την κοινωνικοοικονομική τάξη, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και την καταγωγή, το φύλο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της κοινωνιογλωσσικής μας συμπεριφοράς. 

Οι εκδηλώσεις σεξισμού μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές και να αντανακλώνται και να διαιωνίζονται είτε στη συμπεριφορά και τις πράξεις των ανθρώπων είτε στον Λόγο που αρθρώνεται, δημόσιο ή/και ιδιωτικό. 

Οδυνηρή έκφανση του σεξισμού αποτελεί ο γλωσσικός σεξισμός,
η γλωσσική διεπίδραση, στην οποία η γλώσσα αποτυπώνει ακριβώς τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, αναπαράγεται και διαιωνίζεται, ανάλογα με τις ιστορικές και πολιτιστικές συνθήκες, το πλέγμα των κυρίαρχων κάθε φορά έμφυλων προκαταλήψεων και στερεοτύπων, ώστε να νομιμοποιείται η εξουσία των αντρών εις βάρος των γυναικών.

Αυτή η σχέση γλωσσικής έκφρασης και φύλου έχει απασχολήσει εκτενώς τα πεδία της κοινωνιογλωσσολογίας και της ανάλυσης του λόγου που έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτή αποτελεί κοινωνική κατασκευή εμπεδωμένη στις δυτικές κοινωνίες. 

Σε ότι αφορά την ελληνική γλώσσα ειδικότερα, αν ξεφυλλίσει κανείς τα πρώτα κεφάλαια της γραμματικής του Τριανταφυλλίδη, θα πέσει πάνω σε μία φράση του που αφορά το γραμματικό γένος και κρύβει μέσα της μια μεγάλη αλήθεια: «το αρσενικό είναι γενικά το ισχυρότερο προσωπικό γένος». Στα ελληνικά δηλαδή το αρσενικό κάνει «παραπάνω δουλειά» στη γλώσσα απ’ ότι το θηλυκό, αφού χρησιμοποιείται και γενικευτικά.

Χρησιμοποιώντας το αρσενικό μπορούμε να αναφερθούμε και σε άτομα διαφορετικού γένους. Λέμε για παράδειγμα «Ο κάθε μαθητής έχει υποχρέωση να φέρνει τα βιβλία του», εννοώντας και τα αγόρια και τα κορίτσια. Ακόμα υπάρχουν περιπτώσεις που η χρήση του θηλυκού είναι αντιγραμματική κι έτσι επιβάλλεται η χρήση του αρσενικού π.χ. αν ρωτήσουμε κάποιον «Έδωσες στα κορίτσια τα χαρτιά;» θα απαντήσει «Θα τους τα δώσω αύριο.» αντί για «Θα τις τα δώσω αύριο» (φράση αντιγραμματική). Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις που προτιμάται η χρήση του αρσενικού γένους, αν και σημασιολογικά η χρήση του θηλυκού θα ήταν η ορθή. Όταν για παράδειγμα χτυπήσει το τηλέφωνο μας κι ακούσουμε μια γυναικεία φωνή που δεν αναγνωρίζουμε, ρωτάμε «Ποιος είναι;» αντί «Ποια είναι;». Τέλος αξίζει να σημειωθεί η περίπτωση που η χρήση του θηλυκού γένους είναι προβληματική, εννοώντας όχι δόκιμη: Μπορούμε να φωνάξουμε «Κύριε καθηγητά!», αλλά «Κυρία καθηγήτρια!»…μάλλον όχι!

Όλα αυτά ίσως ερμηνεύονται ως δείγμα οικονομίας της γλώσσας, την οποία επιδιώκουν οι ομιλητές. Από την άλλη όμως, αν και θεωρητικά υπάρχει συμμετρία του γραμματικού γένους στη γλώσσα μας, αυτή μοιάζει να ακυρώνεται όταν το αρσενικό χρησιμοποιείται ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου είδους ή όταν το θηλυκό δεν επιλέγεται τελικά σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα, αν και μορφολογικά θα μπορούσε να «σταθεί». Η αναφορά λοιπόν σε κάτι πραγματικό θα «έπρεπε» μέσω της γλώσσας να διατηρεί τη συμμετρία του γένους. Με απλά λόγια, όταν μιλάμε για κάτι θηλυκό θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το θηλυκό γένος. Όπως είδαμε όμως, το θηλυκό συχνά χάνεται απ’ το πεδίο της πρόσληψης.

Λόγος και γλώσσα λοιπόν  δεν είναι «αθώοι» ως προς τις έμφυλες ανισότητες. 

Το φαινόμενο όμως δεν περιορίζεται μόνο στο προφορικό λόγο αλλά βρίσκει προεκτάσεις και στον γραπτό λόγο. Αλήθεια έχετε ποτέ προσέξει πως διατυπώνουμε τα έγγραφα γραμματολογικά και συντακτικά όταν αναφερόμαστε σε ομάδες πολιτών, ανδρών και γυναικών με αποδέκτες στελέχη και υπηρεσίες με συναφείς λειτουργίες ή με τυποποιημένα έγγραφα; 

Καθώς η Ελληνική Δημόσια Διοίκηση έχει δομηθεί και λειτουργεί με βάση την ανδρική εμπειρία, η κυρίαρχη οργανωτική κουλτούρα που αναπτύσσεται στο πλαίσιό της είναι ανδροκεντρική, όπως ανδροκεντρική είναι και σε σημαντικό βαθμό η λήψη των αποφάσεων, αλλά και η θέσπιση των προτεραιοτήτων όσον αφορά στα μέτρα και τις πολιτικές που σχεδιάζονται στο εσωτερικό της και εφαρμόζονται τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. 

Σημεία-κλειδιά αυτής αποτελούν το στυλ διοίκησης, ο Λόγος που αρθρώνεται στο πλαίσιό της, τα συνήθως «αόρατα» κριτήρια αξιολόγησης και ανέλιξης που διαμορφώνονται και τα οποία συχνά συνδέονται με έμφυλα στερεότυπα και προκαταλήψεις κ.λπ. καθώς και η ολοκληρωτική σχεδόν άγνοια εργαζομένων, στελεχών και ηγεσίας σε θέματα κοινωνικού φύλου και σεξισμού. 

Έτσι λοιπόν και στα Δημόσια Έγγραφα, τα οποία συντάσσονται από και απευθύνονται σε υπαλλήλους, άνδρες και γυναίκες αλλά και στελέχη φορείς συγκεκριμένων ιδιοτήτων και αρμοδιοτήτων και αναφέρονται σε ομάδες και κατηγορίες πολιτών, ανδρών και γυναικών η κυριαρχία του αρσενικού γένους είναι συντριπτική. 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γλωσσικού σεξισμού στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των επαγγελματικών ουσιαστικών και των ουσιαστικών που περιγράφουν ιδιότητες.  

Πέραν της χρήσης του λεγόμενου «περιεκτικού» αρσενικού με συστηματική συμφωνία άρθρων, επιθέτων και αντωνυμιών σχεδόν αποκλειστικά στο αρσενικό γραμματικό γένος, χρησιμοποιούνται οι αρσενικοί τύποι των ονομάτων ακόμα και στην περίπτωση όπου υπάρχει είτε διτυπία (ο/η εργοδότης, η εργοδότρια, ο/η πρέσβης, η πρέσβειρα) είτε το αντίστοιχο ουσιαστικό θηλυκού γένους (ο εκπαιδευτής/ η εκπαιδεύτρια, ο μαθητής/ η μαθήτρια, ο νέος/ η νέα). 

Οι συντάκτριες/τες, στην προσπάθεια τους να χρησιμοποιήσουν την πρότυπη γλώσσα και τον γενικό κανόνα της προτεραιότητας/ πρόταξης του αρσενικού σε κείμενα τα οποία κατ‘ εξοχήν αναφέρονται και απευθύνονται σε μεικτές ως προς το φύλο ομάδες του πληθυσμού, αλλά και σε γυναίκες αποκλειστικά, αγνοούν τις γυναίκες καθιστώντας τες αόρατες στο δημόσιο λόγο.  Έτσι καθιστούν την προτίμηση στο ανδρικό φύλο ως κανόνα/ συντηρούν τον κανόνα (προτίμηση στο ανδρικό φύλο), νομιμοποιούν τις ασύμμετρες σχέσεις και κατά συνέπεια, συντελούν στη φυσικοποίηση της κυριαρχίας παρουσιάζοντας ως αιώνιο και φυσικό ό,τι στην πραγματικότητα είναι ιστορικό και μεταβατικό. Παράγουν κατά συνέπεια σεξιστικό λόγο και αποτέλεσμα. Κι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός πως, όπως προκύπτει από την έρευνα, το φύλο της συντάκτριας/η δεν επηρεάζει τον σεξιστικό λόγο αφού και οι συντάκτριες τον αναπαράγουν, επιβεβαιώνοντας την φεμινιστική διαπίστωση πως οι γυναίκες έχουν «εσωτερικεύσει» τα πατριαρχικά προτάγματα που τα προσλαμβάνουν ως «φυσικά» και «ορθά» 

Ολοκληρώνοντας αξίζει να τονιστεί πως στο πλαίσιο των διοικητικών εγγράφων που καθιστούν «αόρατες» τις γυναίκες διαμορφώνεται τελικά μια μη ρεαλιστική εκδοχή του κόσμου και γίνεται προφανές πως οι μεν συντάκτριες/τες τους αγνοούν τη διάσταση του φύλου οι δε αποδέκτριες/τες εμποδίζονται-έστω και «ασύνειδα»- να κατανοήσουν τη θεμελιώδη κοινωνική ανισότητα, δηλαδή την ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, άρα και να την υπερβούν.

Υπάρχει όμως τρόπος υπέρβασης του προβλήματος; 

Από τα προαναφερόμενα γίνεται προφανές πως και λόγω εγγενών δομικών δυσκολιών αλλά και -κυρίως- λόγω του τρόπου κοινωνικοποίησης των γυναικών και ανδρών φορέων της γλώσσας η υπέρβαση του γλωσσικού σεξισμού στη Δημόσια Διοίκηση δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση. Στην ουσία πρόκειται για διαδικασία από τη μια κατανόησης και ερμηνείας του φαινομένου και από την άλλη α. λήψης της απόφασης υπέρβασής του και β. συστηματικής επιστημονικής προσπάθειας και άσκησης για την υλοποίηση αυτής της απόφασης κατά τη σύνταξη των διοικητικών εγγράφων.

Οι γλωσσολόγοι με συνείδηση του φύλου διαμόρφωσαν προτάσεις που σχετίζονται με την εναλλακτική χρήση εννοιών, με τελικό σκοπό τη χρήση μιας μη σεξιστικής γλώσσας, η οποία -πέρα από την αλλαγή της γλωσσικής έκφρασης- επιδιώκει την αλλαγή της σκέψης και της κοινωνίας, ώστε να καταργηθεί η ανισότητα των δύο φύλων, τουλάχιστον στον δημόσιο γραπτό και προφορικό λόγο. 

Ταυτόχρονα, Οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύουν και οικονομικά ενέργειες υπέρβασης του γλωσσικού σεξισμού. Και στη χώρα μας έχουμε αντίστοιχες προσπάθειες. Η Γενική Γραμματεία Ισότητας λ.χ. μόλις πρόσφατα ολοκλήρωσε «Οδηγό» για την υπέρβαση του σεξισμού στη γλώσσα των διοικητικών εγγράφων, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ξεκίνησε σχετική επιμόρφωση/ευαισθητοποίηση του διοικητικού του προσωπικού και η Επιτροπής Φύλου και Ισότητας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης διοργάνωσε ημερίδα για την ανάδειξη του ζητήματος και την εξοικείωση στη χρήση μη σεξιστικής γλώσσας.

Στην επιτυχία του εγχειρήματος βεβαίως καθοριστική θα είναι η συμμετοχή σε αυτό όλων των βαθμίδων της υπηρεσιακής πυραμίδας. Εξίσου σημαντική είναι και η σχετική επιμόρφωση/ευαισθητοποίηση των στελεχών όπως και η παραγωγή κατάλληλου ανάλογου υλικού (εκπαιδευτικών πακέτων, Οδηγών κ.ά.). Η καταγραφή των σεξιστικών γλωσσικών χρήσεων στο πλαίσιο των εγγράφων της δημόσιας διοίκησης και η υπόδειξη εναλλακτικών γλωσσικών επιλογών μπορεί να λειτουργήσει διαπαιδαγωγικά και μακροπρόθεσμα να συνεισφέρει στην αλλαγή των σεξιστικών προτύπων και τρόπων αναφοράς και αντιμετώπισης των γυναικών στο δημόσιο λόγο και χώρο. 

Συμπερασματικά, «η γλώσσα δεν είναι μόνον μέσον επικοινωνίας, αλλά και φορέας ιδεολογίας και έτσι μέσα από τη γλώσσα αποτυπώνεται η ανισότητα της κοινωνικής σχέσης των φύλων. Με τη χρήση σεξιστικής γλώσσας συμβάλλουμε στην αναπαραγωγή της έμφυλης ασυμμετρίας. Με τη χρήση μη σεξιστικής γλώσσας αμφισβητούμε όρους και εκφράσεις που εμπεριέχουν διακρίσεις, δίνουμε ταυτόχρονα και μια μάχη για όσα αναπαριστά και αναπαράγει στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, δίνουμε δηλαδή μια μάχη για την ισότητα, καθώς δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ζητήματα γλώσσας, αλλά και με τη σύνδεσή τους με την πολιτική πράξη». 

Μ.Κ.