Εικόνες θέματος από MichaelJay. Από το Blogger.

Video

News

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Archive

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here

Breaking

Fashion

News

Food

Sports

Technology

Technology

Featured

Videos

About us

Tags

Follow Us @soratemplates

Tags

Categories

Sponsor

AD BANNER

Recent News

Popular

Technology

Pages

Recent

Connect With us

Over 600,000+ Readers Get fresh content from FastBlog

Comments

Facebook

ABOUT AUTHOR

test banner

LATEST POSTS


ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΜΑΣ...

- Note: Για κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με τις ανακοινώσεις παρακαλούμε όπως επικονωνείτε απευθείας με τον Πρόεδρο ΠΕΑΛΣ:

- ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΕΑΛΣ

- ΠΑΣΣΑΚΟΣ Π. Σπυρίδων (ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΛΣ).

- email: p.peals.elakt@gmail.com τηλ: 6946833943.


Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΠΕΑΛΣ ΑΡΘΡΟ Το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης των νεαρών μουσουλμάνων της Ευρώπης και οι απειλές για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.»

at 13:07

ΥΠΟΠΛΟΙΑΡΧΟΥ Λ.Σ. ΤΣΙΝΤΩΝΗ Ιωάννη

    
      Στις μέρες μας η ριζοσπαστικοποίηση συζητείται ολοένα και περισσότερο και ειδικά την τελευταία 15ετία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 9/11 στις ΗΠΑ αλλά και όλες τις τρομοκρατικές ενέργειες που ακολούθησαν σε άλλες χώρες της Δύσης έως και τις πρόσφατες επιθέσεις στη Γαλλία (01/2015-Charlie Hebdo & 11/2015 – Bataclan κ.λπ.).  Στην εποχή μας ως έννοια είναι στενά συνδεδεμένη με τους μουσουλμάνους που ριζοσπαστικοποιούνται και γίνονται πιο επιρρεπείς στο να διαπράξουν βίαιες πράξεις. Οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις ανησυχούν επειδή είναι τρομακτικό το γεγονός ότι νέοι, οι οποίοι φαινομενικά ζουν μια «κανονική» ζωή, γίνονται εξαιρετικά ριζοσπαστικοποιημένοι ναρκοθετώντας τα θεμέλια των πολυπολιτισμικών  κοινωνιών «ανοχής» της Δύσης.


     Ως ριζοσπαστικοποίηση νοείται η πολιτικά ακραία και σε βάθος υποστήριξη κάθε πολιτικής ή κοινωνικής μεταρρύθμισης. Είναι προφανές ότι αυτή επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης ενός εξτρεμιστικού συστήματος πεποιθήσεων/αξιών το οποίο ενίοτε μπορεί να περιλαμβάνει και την προθυμία να χρησιμοποιείται, υποστηρίζεται ή διευκολύνεται η βία και ο φόβος, ως μέθοδος πραγματοποίησης αλλαγών στην κοινωνία. Φυσικά δεν πρόκειται για μια διαδικασία που υπάρχει μόνο σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς, καθώς συναντάται και σε άλλες εξτρεμιστικές ομάδες (πολιτικές - ακροαριστερές ή ακροδεξιές- ομάδες, αυτονομιστικές ομάδες -Ε.Τ.Α.-, κ.λπ.). Η σύνδεση όμως της ριζοσπαστικοποίησης κυρίως με μουσουλμάνους κατά τα τελευταία έτη οφείλεται κυρίως στις επιθέσεις της 9/11 της Αλ Κάιντα στις ΗΠΑ και την ταυτόχρονη έκκληση/κάλεσμα για «τζιχάντ» που ορισμένοι μουσουλμάνοι ηγέτες έχουν κηρύξει. Η αραβική λέξη τζιχάντ (αγωνίζομαι) έχει διττή σημασία. Καταρχάς υπάρχει το «μεγάλο Τζιχάντ», δηλαδή το να είναι κάποιος καλός και πιστός μουσουλμάνος, μέσω ενός εσωτερικού πνευματικού αγώνα. Υπάρχει όμως και το «μικρότερο Τζιχάντ», το οποίο είναι ο αγώνας για την υπεράσπιση του Ισλάμ, όχι μόνο με θρησκευτικά επιχειρήματα, αλλά και με τη χρήση των όπλων. 

         Αν και οι νεαροί μουσουλμάνοι δεν είναι η μόνη ριζοσπαστικοποιημένη ηλικιακή ομάδα, φαίνεται ότι συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ομάδων. Επιπλέον, η ριζοσπαστικοποίηση των νεαρών μουσουλμάνων δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά τους νέους μετανάστες που έρχονται στις δυτικές κοινωνίες, αλλά κυρίως (και αυτό είναι πιο ανησυχητικό αλλά και ενοχλητικό για τη Δύση) τους νεαρούς δεύτερης γενιάς μετανάστες, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στις δυτικές κοινωνίες και θα περίμενε κανείς να έχουν ενσωματωθεί  σε αυτές και να μην παρουσιάζουν τέτοια συμπεριφορά.

         To σημείο καμπής, όταν οι δυτικές κοινωνίες συνειδητοποίησαν την πολυπλοκότητα των παραγόντων για την ριζοσπαστικοποίηση των μουσουλμάνων ήταν οι βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη (Μάρτιος 2004).  Ενώ οι προηγούμενες ισλαμικές τρομοκρατικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη, όπως π.χ. οι επιχειρήσεις του GIA (Group Islamique Arme) στη Γαλλία είχαν κυρίως ως κίνητρο τις πολιτικές εξελίξεις στην Αλγερία, το νέο κύμα τζιχαντιστικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη αφορούσε μουσουλμάνους που είχαν πιο σύνθετa κίνητρα για την ένταξη τους στην τζιχάντ, και οι οποίοι είτε συνδέονταν άμεσα είτε εμπνέονταν από την Αλ-Κάιντα. Φαίνεται ότι πριν από τις βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη το 2004, τα μέλη που διέπρατταν τρομοκρατικές ενέργειες ήταν κυρίως μετανάστες της Βόρειας Αφρικής. Η ριζοσπαστικοποίηση οφειλόταν στην αλληλεπίδραση με φίλους, συγγενείς και γνωστούς οι οποίοι ανήκαν σε δίκτυα όπως η GIA, το GSPA και η Αλ Κάιντα και γινόταν κυρίως σε τζαμιά. Είχαν διαφορετικά υπόβαθρα, αλλά χαρακτηρίζονταν κυρίως από  χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και χαμηλού επιπέδου εργασίες. Μετά τις πρώτες διασυνδέσεις στην Ευρώπη ταξίδευαν στο Αφγανιστάν όπου και λάμβαναν τρομοκρατική εκπαίδευση. 

           Αλλά οι βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη το Μάρτιο του 2004 αναδείχθηκαν μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον: εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ από τις συμμαχικές δυνάμεις, που είχε ως συνέπεια την καταστροφή των στρατοπέδων εκπαίδευσης της Αλ Κάιντα, και την αποδυνάμωση του οργανωτικού πυρήνα της. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την εκτεταμένη χρήση του Διαδικτύου. Το νέο περιβάλλον παρείχε στους ηγέτες και τους  ιδεολόγους των μαχητών νέα επιχειρήματα, σύμβολα και μέσα επικοινωνίας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για στράτευση μουσουλμάνων νέων στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου.  Έτσι, μετά από τις βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη μια πολύ διαφορετική δεξαμενή υποψηφίων προκύπτει, έναντι εκείνης των μεταναστών προερχόμενων κυρίως από χώρες της Βόρειας Αφρικής: νεαροί άνδρες που σε αντίθεση με τους χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης μετανάστες θα μπορούσαν τώρα, με δεδομένη την απουσία στρατοπέδων εκπαίδευσης, να εκπαιδεύονται και καθοδηγούνται μέσω διαδικτύου. 

           Άρα καθίσταται προφανής η συμβολή της τεχνολογίας στην αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης, ιδιαίτερα - για προφανείς λόγους - των νέων μουσουλμάνων. Ενώ στο παρελθόν η ιδεολογική ή/και πρακτική εκπαίδευση πραγματοποιόταν στο Αφγανιστάν και σε άλλα στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή, μετά την εισβολή του συμμαχικού συνασπισμού στο Αφγανιστάν αυτή η ευκαιρία χάθηκε. Όλο και λιγότερα (ή και κανένα) κράτη ήταν πρόθυμα να παράσχουν κατάλληλα στρατόπεδα για την εκπαίδευση των μαχητών της Τζιχάντ. Ως εκ τούτου ο προσηλυτισμός, η ιδεολογική κατάρτιση κ.λπ. έπρεπε να βρει νέους τρόπους υλοποίησης. Επιπλέον οι νέοι είναι σαφώς πιο εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες και το βρίσκουν εύκολο να επικοινωνούν με αυτόν τον τρόπο τις ιδέες τους με άλλους ανθρώπους. Έτσι το διαδίκτυο έγινε το νέο πεδίο της κατήχησης και της ριζοσπαστικοποίησης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι προηγούμενοι, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου μετανάστες, της βόρειας Αφρικής (η προηγούμενη δεξαμενή στρατολόγησης), δεν θα μπορούσαν να έχουν καμία τύχη στην εποχή του διαδικτύου. Η μουσουλμανική νεολαία της Ευρώπης ήταν πλέον ο τομέας από τον οποίο οι τζιχαντιστές θα στρατολογούσαν νέα μέλη.

        Άλλος δυνητικός παράγοντας ριζοσπαστικοποίησης είναι η ανάπτυξη ενός αισθήματος αδικίας μεταξύ των μουσουλμάνων. Στη σημερινή παγκοσμιοποίηση, οι χώρες επηρεάζονται οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Αλλαγές συμβαίνουν σε μεγάλη κλίμακα, οι οποίες έχουν επιπτώσεις/αντίκτυπο στους τοπικούς πληθυσμούς και τον τρόπο που ζουν. Αυτοί λοιπόν που έχουν ήδη μια αρνητική προδιάθεση εναντίον της Δύσης, βλέπουν αυτές τις αλλαγές ως μια εσκεμμένη προσπάθειά της να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές - μουσουλμανικές- δομές με άλλες που ακολουθούν δυτικά πρότυπα. Παράλληλα, συχνά υπάρχει ένα αντι-δυτικισμός, ο οποίος προκαλείται από την έντονη παρουσία δυτικών συμφερόντων, με παράλληλη στρατιωτική παρουσία, σε χώρες με κυρίως μουσουλμανικό πολιτισμό. Τα συναισθήματα αδικίας συχνά προκαλούνται και από μια φαινομενικά άδικη/άνιση συμπεριφορά της Δύσης προς τους μουσουλμάνους. Οι πόλεμοι π.χ. σε Τσετσενία και Βοσνία γίνονται συχνά αντιληπτοί από τους μουσουλμάνους ως περιπτώσεις στις οποίες η Δύση δεν κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για την προστασία των τοπικών μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι μουσουλμάνοι βλέπουν μια αντίθεση ανάμεσα στη δυτική υποστήριξη που παρέχεται σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς και στη στήριξη που παρέχεται προς άλλες χώρες (όπως το Ισραήλ) όταν βρίσκονται σε ανάγκη. Επίσης, συγκεκριμένα γεγονότα, όπως π.χ. η δράση του Συνασπισμού για την αποκατάσταση της κυριαρχίας του Κουβέιτ, οι μη εξουσιοδοτημένες (χωρίς νομιμοποίηση) δράσεις στο Αφγανιστάν για την καταπολέμηση της  τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα καθώς και της κυβέρνησης των Ταλιμπάν  που την υποστήριζε, με στόχο να αποκατασταθεί η σταθερότητα εκεί, καθώς και η δράση των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ για να άρουν τη σοβαρή απειλή για τη διεθνή ασφάλεια και στη συνέχεια για την προώθηση μιας δημοκρατικής και πλουραλιστικής κυβέρνησης, ενίοτε θεωρούνται ως επίθεση στο ίδιο το Ισλάμ, ανεξάρτητα από το πραγματικό σκεπτικό για την όποια δράση. 

      Ένας άλλος πιθανός παράγοντας είναι η αίσθηση της προσωπικής αποξένωσης ή κοινωνικού αποκλεισμού, που προκύπτει από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, όπως οι διακρίσεις και η έλλειψη ευκαιριών. Συχνά επίσης ενώ ένα μεμονωμένο άτομο μπορεί να μην βρίσκεται σε σχετική μειονεκτική θέση, αυτός μπορεί να ταυτιστεί με άλλους οι οποίοι θεωρούνται λιγότερο προνομιούχοι. Πρόκειται λοιπόν για νέους,  που φαίνεται να είναι σχετικά απομακρυσμένοι από τη θρησκεία πριν αρχίσουν να επικοινωνούν με τους εξτρεμιστές. Κάποιοι από αυτούς δεν προσεύχονταν και δεν πήγαιναν τακτικά στο τζαμί, κάπνιζαν, έπιναν αλκοόλ, ακόμα μπορεί και να διακινούσαν ή έκαναν χρήση ναρκωτικών, συμμετείχαν σε εγκληματικές οργανώσεις, κ.λπ. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι έχουν εκτεθεί στο ρατσισμό στην Ευρώπη. Άλλοι ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί διώξεις από την αστυνομία και τις υπηρεσίες ασφαλείας.  Αλλά, αφότου ήρθαν σε επαφή με τζιχαντιστές σε τζαμιά, καφετέριες, γυμναστήρια, κλπ, φαίνεται να μετατράπηκαν σε πιστούς μουσουλμάνους, υιοθετώντας μια ριζοσπαστική τζιχαντιστική πίστη. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για μια κρίση ταυτότητας η οποία εμπεριέχει ένα επιπλέον στοιχείο: το να θέλουν να διακριθούν με μια δυναμική ταυτότητα, παρά με μια θετική ταυτότητα όπως έκανε η γενιά των γονιών τους. Έτσι, με αυτό τον τρόπο οι νέοι μουσουλμάνοι γίνονται πιο ευαίσθητοι στη ριζοσπαστική ιδεολογία. 

         Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τη ριζοσπαστικοποίηση των νεαρών μουσουλμάνων είναι η δομή των δυνητικά τρομοκρατικών πυρήνων. Συγκρίνοντας το κοινωνικό υπόβαθρο διαφόρων προσώπων, και τον ρόλο που το κάθε ένα από αυτά έπαιξε σε διάφορες τρομοκρατικές ομάδες οι μελετητές έχουν καταλήξει σε τέσσερις τύπους μελών: τον «επιχειρηματία», τον «προστατευόμενο», τον «απροσάρμοστο» και τον «άσκοπα περιφερόμενο». Αυτή η κατηγοριοποίηση εξηγεί σε κάποιο βαθμό γιατί βλέπουμε ως επί το πλείστον μουσουλμανική νεολαία να συμμετάσχει σε τέτοιες ομάδες. Φαίνεται ότι κάθε ομάδα είναι δομημένη γύρω από ένα κεντρικό μέλος - πυρήνα, ο οποίος είναι ένας αφοσιωμένος ακτιβιστής, ο αποκαλούμενος και «επιχειρηματίας». Αυτός θα μπορούσε να είναι είτε νέος είτε μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά το γεγονός ότι είναι ο υπεύθυνος της ομάδας και ο ιδεολογικός ηγέτης της, συνήθως οδηγεί σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Προσηλυτίζουν, στρατολογούν, και ως ένα βαθμό, κοινωνικοποιούν τους κοινωνικά «απροσάρμοστους» και τους «ασκόπως περιφερόμενους». Οι «προστατευόμενοι», είναι συνήθως νεαρής ηλικίας άτομα, τα οποία θαυμάζουν το μέντορά τους, μπορούν εύκολα να χειραγωγηθούν από αυτόν, επειδή είναι άπειροι αλλά και επειδή παραδοσιακά στο Ισλάμ σέβονται τους μεγαλύτερους σε ηλικία (τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στην Δύση). Οι «κοινωνικά απροσάρμοστοι» είναι εύκολο να στρατευθούν, όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά για να αντιμετωπίσουν προσωπικά προβλήματα ή για λόγους αφοσίωσης στους φίλους τους. Είναι συνήθως και αυτοί νεαρής ηλικίας, γιατί αν ήταν μεγαλύτερης ηλικίας είναι πιο πιθανό να είχαν ήδη ενταχθεί σε άλλες κοινωνικές δομές ή να είχαν ένα επάγγελμα, πράγματα δηλαδή που θα ανακούφιζαν τα προσωπικά προβλήματα που προκαλούνται από το κοινωνικό περιβάλλον. Οι «ασκόπως περιπλανώμενοι» είναι πολύ πιθανόν να είναι νέοι , ίσως χωρίς δουλειά, χωρίς οικογένεια, που έτυχε να είναι στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Έτσι, ουσιαστικά ο τρόπος που δομείται μια τρομοκρατική ομάδα οδηγεί σε μέλη άτομα νεαρής ηλικίας.

Απειλές από το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης
        Το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης των νέων μουσουλμάνων της Ευρώπης δημιουργεί διάφορες απειλές. Τα πιο σημαντικά, μεταξύ άλλων, είναι η εσωτερική τρομοκρατία, μια εξελισσόμενη συζήτηση για την ένταξη των μεταναστών στην Ευρώπη, μια αυξανόμενη ανησυχία που προκαλείται από το γεγονός ότι η θρησκεία σε μια ως επί το πλείστον κοσμική Ευρώπη διαδραματίζει έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην πολιτική, και τέλος μια συνεχής αίσθηση ότι το κράτος δεν έχει τη δύναμη να προστατεύσει τους πολίτες του.

        Η μεγαλύτερη απειλή από τη ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία είναι η λεγόμενη εσωτερική τρομοκρατία. Ως εσωτερική τρομοκρατία νοούνται οι πράξεις βίας εναντίον μιας χώρας από άτομα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε αυτή. Παρ’ όλα αυτά η πραγματικότητα είναι ότι δεν γίνονται τρομοκράτες όλοι όσοι ριζοσπαστικοποιούνται καθώς επίσης ότι ούτε η ριζοσπαστικοποίηση φαίνεται να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την τρομοκρατία. Εν πάση περιπτώσει, όμως, οι γηγενείς ριζοσπαστικοποιημένοι που γίνονται τρομοκράτες, είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Αν ο εχθρός προέρχεται έξω από τα σύνορα είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί. Αλλά οι εσωτερικοί εχθροί χρειάζονται μια διαφορετική προσέγγιση, την οποία οι δυτικές χώρες δεν ήταν έτοιμες να εφαρμόσουν και όπως δείχνουν οι πρόσφατες επιθέσεις στο Παρίσι ακόμα δεν είναι. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι μόνο μετά τις επιθέσεις στο Λονδίνο (07/2005), η μεικτή επιτροπή Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών (JIC)  άρχισε να θεωρεί την εσωτερικά καλλιεργημένη τρομοκρατία ως μια συνεχή απειλή, όταν μόλις δύο χρόνια νωρίτερα θεωρούσε ότι η εσωτερική τρομοκρατία ήταν απίθανο να εμφανιστεί, ιδιαίτερα συγκρίνοντας τη με τρομοκράτες που εισέρχονται από το εξωτερικό. 

    Επιπλέον η ριζοσπαστικοποίηση διατηρεί τη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο συντελείται κοινωνική ένταξη των μεταναστών, γιατί τα ριζοσπαστικοποιημένα άτομα που έχουν διαπράξει τρομοκρατικές ενέργειες φαινόνταν να έχουν ενσωματωθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πάντα υπήρχαν απόψεις που υποστήριζαν ότι οι μετανάστες δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως και επίσης γύρω από το πόσοι μετανάστες θα μπορούσε (οικονομικά και δημογραφικά) ένα κράτος να αντέξει. Τέτοια περιστατικά ριζοσπαστικοποίησης το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν αυτές τις φωνές  και είναι γεγονός ότι την περίοδο 2010-2011 τόσο ο Βρετανός πρωθυπουργός Κάμερον όσο και η Γερμανίδα Καγκελάριος Μέρκελ δήλωσαν ότι η πολυπολιτισμικότητα της Βρετανικής και Γερμανικής κοινωνίας έχει αποτύχει.
     Επιπλέον ο μουσουλμανικός ριζοσπαστισμός είναι μια απειλή για το κοσμικό κράτος, όπως το γνωρίζουμε κατά τους τελευταίους αιώνες στην Ευρώπη. Η μουσουλμανική ριζοσπαστικοποίηση φέρνει στο προσκήνιο της κοινωνίας συζητήσεις για τη θρησκεία. Η θρησκεία, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο όσο στο παρελθόν. Επειδή στο παρελθόν έχει γεννήσει φαινόμενα όπως: θρησκευτικούς πόλεμους, σταυροφορίες, την Ιερά Εξέταση κ.λπ. μετά τον Διαφωτισμό τα κράτη έγιναν ολοένα και περισσότερο κοσμικά, με τη θρησκεία να διαδραματίζει έναν ολοένα και πιο δευτερεύοντα ρόλο. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες φοβούνται ότι παρόμοια φαινόμενα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και σήμερα από τους μουσουλμάνους, ή ακόμα περισσότερο να προκληθεί μια αντίστοιχη χριστιανική αντίδραση που θα οδηγούσε τα δυτικά κράτη σε επικίνδυνες ατραπούς. 

     Τέλος, η ριζοσπαστικοποίηση, όπως εκφράζεται από τους μουσουλμάνους θέτει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κράτος. Εγείρει  αμφιβολίες για το βαθμό στον οποίο το κράτος μπορεί να αποτρέψει τη ριζοσπαστικοποίηση και να προστατέψει τους πολίτες του. Φυσικά αυτό είναι επίσης το αποτέλεσμα της προαναφερθείσας αποτυχημένης ένταξης των μεταναστών, την οποία οι πολίτες μπορεί να αντιλαμβάνονται ως κρατική αδυναμία. Ως αποτέλεσμα οι πολιτικοί χρησιμοποιούν συχνά μια οξεία  γλώσσα που πολλές φορές αναδεικνύει τις διαφορές μεταξύ των μουσουλμάνων και των άλλων, αντί για την εξομάλυνση τους. Αυτό αποτελεί έναν φαύλο κύκλο, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μουσουλμανικός ριζοσπαστισμός αυξάνει τότε περισσότερο, και αυτός με τη σειρά του προκαλεί τα αντανακλαστικά διαφόρων ομάδων της κοινωνίας, κ.ο.κ. 

     Ωστόσο σε όλες τις προαναφερθείσες απειλές που προκαλεί η ριζοσπαστικοποίηση των νεαρών μουσουλμάνων υπάρχουν επιχειρήματα ότι δεν είναι μόνο οι νέοι μουσουλμάνοι που ριζοσπαστικοποιούνται, άρα έτσι δεν αποτελούν ένα σοβαρό πρόβλημα, τουλάχιστον σε σύγκριση με άλλες ριζοσπαστικοποιημένες ομάδες, και οι απειλές που τίθενται είναι μικρότερης σημασίας από όπως αυτές παρουσιάζονται. Η σημερινή άνοδος της εσωτερικής ισλαμικής τρομοκρατίας δεν είναι η πρώτη εμφάνιση εσωτερικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη. Κατά τις δεκαετίες 1970-1980, ακροαριστερές εθνικιστικές ή αυτονομιστικές ομάδες ήταν υπεύθυνες για πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη. Σε κάποιο βαθμό, οι επιθέσεις αυτές είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά όπως της σημερινής εσωτερικής τρομοκρατίας. Αυτές οι ομάδες ομοίως στελεχώνονταν από νέους ανθρώπους, όλους μεγαλωμένους στην Ευρώπη, όπως οι σημερινοί μουσουλμάνοι που μεγαλώνουν στην Ευρώπη. Είχαν, επίσης, τα ίδια αντιδυτικά (ή καλύτερα αντιαμερικανικά) αισθήματα (π.χ. λόγω του πολέμου του Βιετνάμ), και ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη ιδεολογία η οποία υποστήριζε χώρες του τρίτου κόσμου. Η ουσιώδης διαφορά όμως είναι ότι αν και οι τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου 1970-1980 ήταν εξαιρετικά βίαιες, δεν ήταν γενικά η πρόθεσή τους να στοχεύουν αδιακρίτως εναντίον απλών πολιτών και σε μεγάλους αριθμούς, παρά ήταν προσανατολισμένες προς συγκεκριμένους στόχους, σε αντίθεση με τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις. 

      Συνοψίζοντας, υπάρχουν ορισμένα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν. Πρώτα απ’ όλα η ριζοσπαστικοποίηση είναι παρούσα και βαίνει συνεχώς αυξανόμενη, ιδιαίτερα μεταξύ των νεαρών μουσουλμάνων. Η ριζοσπαστικοποίηση από μόνη της δεν είναι ένα νέο φαινόμενο για την Ευρώπη, αλλά ο συνδυασμός με την θρησκεία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Δυστυχώς, η Ευρώπη δεν έχει βρει ακόμα τρόπους για να αντιμετωπίσει αυτή την ισχυρή τάση εν μέρει επειδή δεν οφείλεται σε ένα μοναδικό και ενιαίο λόγο καθώς είναι ένα πολυ-παραγοντικό φαινόμενο και κάθε πρόσωπο υποκινείται από διαφορετικά κίνητρα και εν μέρει διότι αντιλαμβάνεται/συνειδητοποιεί ότι οι σκέψεις και οι πολιτικές της πολυπολιτισμικότητας και της ανεκτικότητας πρέπει να αναθεωρηθούν προκειμένου να μπορούν να συνεχιστούν. Παρ 'όλα αυτά, το σημαντικό είναι ότι δεν μετατρέπονται σε τρομοκράτες όλοι οι ριζοσπάστες. Υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία ούτως ώστε ένας ριζοσπάστης να γίνει τρομοκράτης, η οποία δεν είναι πάντα αυθόρμητη/στιγμιαία. Οι πολιτικοί και οι κοινωνίες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε αυτό και να καταπολεμήσουν την ριζοσπαστικοποίηση. 


-Το παρόν κείμενο αποτελεί διασκευή εργασίας με συναφές περιεχόμενο η οποία είχε εκπονηθεί το 2011 στο Πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ.

ΠΕΑΛΣ/ΛΙΜΕΝΙΚΗ ΡΟΤΑ/Τ.20