Παραθέτουμε επιστολή Ανωτάτων Απόστρατων Αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Παραθέτουμε επιστολή Ανωτάτων Απόστρατων Αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος

 


ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΠΡΟΣ

1. Αξιότιμο κ. Πρόεδρο της Κυβερνήσεως,

2. Αξιότιμο κ. Αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως, Παναγιώτη Πικραμμένο

3. Αξιότιμο κ. Αντιπρόεδρο της Ν.Δ. Σπυρίδων-Άδωνι Γεωργιάδη,

4. Αξιότιμο κ. Αντιπρόεδρο της Ν.Δ. Κωνσταντίνο Χατζηδάκη,

5. Αξιότιμο κ. Υ.ΝΑ.Ν.Π. Πλακιωτάκη Ιωάννη. 

Αξιότιμε Κε Πρωθυπουργέ,

Ως Ανώτατοι Απόστρατοι Αξιωματικοί του Λιμενικού Σώματος, ενώ είχαμε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προαγωγής μας στους επομένους βαθμούς, εν τούτοις αποστρατευτήκαμε, υφιστάμεθα μία κατάφωρη αδικία.

Αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι κατόπιν εκδόσεως ακυρωτικών αποφάσεων από τα Διοικητικά Δικαστήρια, με τις οποίες περίτρανα δικαιωθήκαμε, εν τούτοις αυτές είναι στην κρίση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να εφαρμοσθούν δεδομένης της ισχύος μιας αντισυνταγματικής διάταξης, η οποία ισχύει από το 2012, με την οποία απαγορεύεται η οποιαδήποτε διοικητική αποκατάσταση σε συμμόρφωση με τις αποφάσεις ΔΕΠ.

Η υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος): «η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει….». Με βάση διάταξη του Συντάγματος, το Π.Δ. 18/1989, στο άρθρο 50 παρ. 4 προέβλεψε τον έλεγχο της διοίκησης: «Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.». Ο νόμος προβλέπει και την υποχρέωση της Διοίκησης να εφαρμόζει τις δικαστικές αποφάσεις του ΣτΕ και σε άλλες υποθέσεις με κύριο ζήτημα το κριθέν από το δικαστήριο: «Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο».

Επιπλέον, η δεσμευτικότητα των δικαστικών αποφάσεων για τη Διοίκηση προκύπτει και από τον νόμο 3068/2002 όπου στο άρθρο 1 αναφέρεται: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει».

Επίσης στις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ( Ν.2717/1999 , ΦΕΚ Α΄ 97), όπως ισχύουν, μεταξύ άλλων ορίζεται:

Στο άρθρο 196: «Οι αποφάσεις, με τις οποίες απαγγέλλεται η ακύρωση ή η τροποποίηση εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης ή η ακύρωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ισχύουν έναντι όλων»

Στο άρθρο 198: «1. Οι διοικητικές αρχές οφείλουν, με θετικές ενέργειες ή με αποχή από κάθε αντίθετη ενέργεια, να συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με άσκηση προσφυγής. 

2.Η παράλειψη διοικητικής αρχής προς συμμόρφωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, έχει ως συνέπεια, για τον παραβάτη, εκτός από την κατ’ άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα ποινική του δίωξη, και την προσωπική του ευθύνη προς αποζημίωση».-

 Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει (υπόθεση Hornsby κατά Ελλάδας) ότι: «…η αποτελεσματική προστασία ενός μέρους ειδικά σε διοικητικές δίκες και η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτουν την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις….Όταν οι διοικητικές αρχές αρνούνται, αποτυγχάνουν ή καθυστερούν να συμμορφωθούν, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 στερούνται του σκοπού τους».

 Το Τριμελές Συμβούλιο του ΣτΕ έχει κρίνει Τρ. Συμβ. ΣΤΕ 8/2005, 9/2004), ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης δεν απορρέει από κάθε απορριπτική απόφαση, «διότι με την αίτηση συμμόρφωσης προς μια τέτοια απόφαση επιδιώκεται πράγματι όχι η συμμόρφωση της Διοίκησης προς την δικαστική απόφαση, αλλά η εκτέλεση των ιδίων αυτής πράξεων» 

ΣΥΝΕΠΩΣ, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων (άρθρα 50 παρ. 2 του Π.Δ.18/1989, 198 § 1 ΚΔΔ, 1 του Ν.3068/2002), απαιτείται, επιπλέον και θετική ενέργεια ή αποχή από ενέργεια της διοίκησης, η οποία να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο και εκτελεστική της ακυρωτικής απόφασης.

Σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 3068/2002 (Α΄ 274) και, ακολούθως, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 8 του άρθρου 3 του εκτελεστικού αυτού νόμου, εκδόθηκε το π.δ. 61/2004 με τίτλο «Διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις» (Α΄ 54). Ειδικότερα, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 5 του προεδρικού αυτού διατάγματος ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής από τους ενδιαφερομένους, μετά την έκδοση από το Συμβούλιο απόφασης επί αρχικής αίτησης προς συμμόρφωση, νέας αίτησης επί της αυτής υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι: «Νέα αίτηση των ίδιων ή άλλων ενδιαφερομένων για επανάληψη της διαδικασίας διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης και επιβολή νέας χρηματικής κύρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του Ν. 3068/2002, δεν υποβάλλεται πριν περάσει τρίμηνο από την κοινοποίηση της απόφασης του συμβουλίου στην υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή». Εξάλλου, στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 3068/2002 ορίζονται τα εξής: «Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η διοίκηση εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, μπορεί, μετά από επανάληψη της οριζόμενης στο άρθρο αυτό διαδικασίας, να επιβληθεί από το τριμελές συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση».

Επίσης αναγκαίο είναι να τονισθεί ότι, στην ΕΛ.ΑΣ ισχύει η διάταξη του άρθρου 56 του ΠΔ 24/1997 ΦΕΚ 29Α/1997, η οποία σαφώς δεν θέτει περιορισμούς στην κρίση των Συμβουλίων κατόπιν ακυρωτικών αποφάσεων, αλλά ο νομοθέτης αφήνει την πλήρη ευχέρεια στα Συμβούλια να κρίνουν και για επόμενα χρόνια εφόσον απαιτηθεί αποκαθιστώντας εκείνους τους Αξιωματικούς οι οποίοι ήδη ακύρωσαν την επίδικη κρίση και λογίζονται πλάσμα δικαίου ως εν ενεργεία. 

Επίσης στις Ένοπλες Δυνάμεις ορίζονται τα αντίστοιχα με τον Ν 2439/1996: Ιεραρχία εξέλιξη αξιωματικών άρθρο 19 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν.3883/2010  ΦΕΚ Α 167/24.9.2010.

Καθίσταται πασιφανές ότι είναι συνταγματικά επιτακτική η κατάργηση της διάταξης αυτής η οποία μόνο διοικητική ανωμαλία  επιφέρει.

Προς τούτο επισυνάπτουμε σχετική διάταξη με σχέδιο εισηγητικής έκθεσης (φ. 03)

Πειραιάς 19 Απριλίου 2021

Διάταξη σε σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος ....................................................................................................................................................................................................................

 Άρθρο........

 1. Οι παράγραφοι 2 και 7 του άρθρου 14 του  ΠΔ  81/ 2012

 <<Ιεραρχία, προαγωγές, μετατάξεις, αποστρατεία, ειδικές υποχρεώσεις και απαγορεύσεις προσωπικού Λιμενικού Σώματος − Ελληνικής Ακτοφυλακής. ΦΕΚ 139Α/2012>>,οι οποίες προβλέπουν ότι

          <<2. Από τη διαδικασία επιλογής εξαιρούνται οι Αξιωματικοί, οι οποίοι λόγω διοικητικής αποκατάστασής λογίζονται εν ενεργεία και προάγονται αναδρομικά στους αντίστοιχους βαθμούς, σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Υπαρχηγού και Επιτελάρχη Αρχηγείου Λ.Σ.−ΕΛ.ΑΚΤ.

7. Από τη διαδικασία επιλογής των Υποναυάρχων Λ.Σ.−ΕΛ.ΑΚΤ. εξαιρούνται οι Αξιωματικοί, οι οποίοι λόγω διοικητικής αποκατάστασής λογίζονται εν ενεργεία και προάγονται αναδρομικά στους αντίστοιχους βαθμούς, σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής......>>, παύουν να ισχύουν .

2. Στο άρθρο 12 του ΠΔ 38/2012 προστίθεται παράγραφος 10 ως ακολούθως

<<10. Τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεως επιλαμβάνονται και επί όλων εκείνων των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων ,αναδρομικά από 14/06/2012,για τις οποίες έγινε  η εφαρμογή των καταργουμένων παραπάνω διατάξεων >>. 

ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

          1. Η παραπάνω καταργούμενη  διάταξη αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις τόσο του Συντάγματος όσο και των ισχυουσών Νομοθετικών Διατάξεων, δεδομένου ότι εμποδίζει και στην ουσία καθιστά ανενεργούς τις κατά καιρούς εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις Διοικητικών Δικαστηρίων που αφορούν διοικητικές αποκαταστάσεις Αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος και ειδικότερα

           1.1. Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, «η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως ο νόμος ορίζει.».

           1.2.Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του ΠΔ 18/1989 οι Διοικητικές Αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους που απορρέει από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος πρέπει να συμμορφώνονται απόλυτα , προς το περιεχόμενο της απόφασης των Διοικητικών Δικαστηρίων να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.

          1.3.Ανάλογο περιεχόμενο έχει και το άρθρο 198 ΚΔΔικ σχετικά με την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης με αποφάσεις που εκδίδονται επί του ενδίκου μέσου της προσφυγής. Τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της Διοίκησης θεσπίζει ο Ν. 3068/2002, οι βασικές διατάξεις του οποίου ορίζουν ακριβώς τις προϋποθέσεις της ορθής απονομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης

           1.4. Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω διατάξεις, το ΝΣΚ, σε μεγάλο αριθμό γνωμοδοτήσεών του δέχεται ότι αυτές (οι διατάξεις) επιβάλλουν την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται πλήρως  και χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση στις αποφάσεις των δικαστηρίων (ΓΝΜ ΝΣΚ 130/2012, 137/2012, 154/2012).

           1.5. Επίσης, τα Διοικητικά Δικαστήρια  δέχονται παγίως ότι «η συμμόρφωση της διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις πρέπει, να είναι πλήρης και, κατά το δυνατόν, άμεση, υπό την έννοια ότι μετά την δημοσίευση της αποφάσεως η αρμόδια Αρχή οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του ακυρωτικού αποτελέσματος και δεν δύναται να αδρανεί επικαλούμενη λόγους οι οποίοι δεν εδράζονται σε συνταγματικές διατάξεις, διότι άλλως αναιρείται ο σκοπός της θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος» (βλ. ΣτΕ 1995, 1518/2014, 2559/2011, 677/2010, 2557/2006, 3191/2005 και 21/2008, 43/2010 αποφάσεις του Συμβουλίου του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002).

           1.6. Σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση οφείλει να επαναφέρει τα πράγματα όχι απλώς στην προτέρα κατάσταση, αλλά στο σημείο στο οποίο θα είχαν εξελιχθεί εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ακυρωθείσα πράξη. Πρόκειται για τη λεγόμενη «πλήρη ή δυναμική αποκατάσταση»

           1.7.Επίσης αναγκαίον είναι να τονισθεί ότι, στην ΕΛ.ΑΣ ισχύει η διάταξη του άρθρου 56 του ΠΔ 24/1997 ΦΕΚ 29Α/1997, η οποία σαφώς δεν θέτει περιορισμούς στην κρίση των Συμβουλίων κατόπιν ακυρωτικών αποφάσεων, αλλά ο νομοθέτης αφήνει την πλήρη ευχέρεια στα Συμβούλια να κρίνουν και για επόμενα χρόνια εφόσον απαιτηθεί αποκαθιστώντας εκείνους τους Αξιωματικούς οι οποίοι ήδη ακύρωσαν την επίδικη κρίση και λογίζονται πλάσμα δικαίου ως εν ενεργεία.

           Επίσης στις Ένοπλες Δυνάμεις ορίζονται τα αντίστοιχα με τον Ν 2439/1996: Ιεραρχία εξέλιξη αξιωματικών αρθρο 19 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν.3883/2010  ΦΕΚ Α 167/24.9.2010.

           2. Με βάση τα παραπάνω προωθείται η παρούσα διάταξη προκειμένου εφαρμόζονται επί της ουσίας οι διοικητικές δικαστικές αποφάσεις στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης

           Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

   

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια